Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009
24
αλλα δεν περιμενω ναναι καλυτερο ούτε το αυριο
ουτε το μεθαυριο
ολα διαρκως χειροτερεύουν
Σήμερα στρογγύλεψε με μια επιστροφή η θλίψη μου.
Ειναι η δική μου θλιψη.
Αυτή που γυρναει διαρκώς γύρω απο το κεφάλι μου
η πίεση μεγαλώνει απο όλες τις πλευρές, αφόρητα
Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009
Φεβρουάριος
Τρίτη, 06 Ιανουαρίου 2009
ιανουάριος (ότι δεν γονιμοποιεί το μυαλό πρέπει να πεθαίνει)
Μου τα ανέτρεψε το βραδινό όνειρο. Δεν θέλω να το πω, μην το μαγαρίσω. Μπορώ όμως να περιγράψω τις μετέπειτα σκέψεις ή τουλάχιστον κάποια ψήγματα που επέστρεψαν.
Οραματίστηκα το μυαλό μου. Στρογγυλό, να έχουν απομείνει τρύπες εκεί που ήταν αγκάθια. Έτοιμο, κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί, να ρουφήξει όλους τους ρόλους που έχει κληθεί να παίξει. Έχει τη δική του οπτική που μπορεί να κοιτάζει όσα συμβαίνουν γύρω του, όπως μπορώ να το κάνω και εγώ, όπως μπορούν να το κάνουν όλοι.
Η διαφορά μας είναι ότι αυτό κρατάει πράγματα μέσα του. Έχει αποθηκεμένα τραγούδια, σοκάκια, φυσιογνωμίες, απογεύματα, πρωινά, σελίδες από βιβλία, αποσπάσματα από συνηθισμένες μέρες, ασυνήθιστα περιστατικά, τοπία, θερμοκρασίες, εικόνες πίσω από ένα παράθυρο, ιστορίες εντός και εκτός πόλεων, μπαλκόνια, διαδρομές με αυτοκίνητα και κυρίως μνήμες από ανθρώπους, ω ναι ανθρώπους.
Και όλα αυτά, αντί να είναι σε κουτάκια με ετικέτες ώστε να ανασύρεις κάθε φορά αυτό που χρειάζεσαι, είναι ανάκατα. Εντελώς μπερδεμένα. Το διαπιστώνω κάθε φορά από την πορτοκαλί δέσμη φωτός που ανιχνεύει, το αντιλαμβάνομαι όταν αυτή χάνει τον δρόμο και ενώ αναζητά π.χ. τις Δευτέρες μου, καταλήγει σ’ ένα ζευγάρι παπούτσια που φορούσα πριν 10 χρόνια και είχε ξεφτίσει το αριστερό κορδόνι. Κουλό και αθέμιτο. Θα προτιμούσα να ήταν σαν τα παλιά τζουκμπόξ. Να πατάω Α14 και ο δίσκος να φωνάζει παρών, έφτασα. Να πέφτει πάνω του εκείνη η βαριά βελόνα και να αρχίζει το παραμύθι. Πάντα το ίδιο, χωρίς παραλλαγές. Αυτό που αγάπησα, αυτό που αντιπάθησα, αυτό που ξέχασα, να το επαναλάβω. Αντ’ αυτού πετάγεται κάτι άσχετο και μένουν απέξω οι θάλασσες μου. Ούτε καν η μυρωδιά της πλέον αγαπημένης μου δεν φθάνει σε μένα.
Το περίεργο είναι ότι στο όνειρο αυτό που με τραβάει από το μανίκι εκλιπαρώντας την προσοχή μου είναι η απλότητα, η καθαρότητα των γεύσεων, η διαφάνεια του φωτός. Τα θέλω, τα επιμένω, τα αντιστέκομαι, το αριστερό, το δεξί, το άσπρο, το μαύρο, το αλάτι, το πιπέρι, το ζεστό, το κρύο. Κοίτα κλαίω. Κοίτα γελάω. Τώρα δουλεύω. Τώρα μαγειρεύω. Τώρα κάνω βόλτα γιατί θέλω να κάνω βόλτα. Δεν υπάρχει άλλος λόγος. Δεν υπάρχει κάτι πολύπλοκο. Όχι οι συνδυασμοί τους. Όπως αυτά τα ψυχοβγαλτικά, τα γλυκόξινα «κάνει ζέστη, κρυώνω». Μα είμαστε εντελώς ηλίθιοι να παιδευόμαστε με ανούσια ερωτήματα;
Χθες κατά τις 10 το βράδυ στο φανάρι της Ευαγγελίστριας περίμενε ένα πιτσιρίκι . Έκανε πολύ κρύο. Ενώ ήταν ντυμένο με ένα μπουφάν και ένα σκουφάκι αρκετά ζεστά, το είχαν αφήσει χωρίς παπούτσια, μόνο με τις κάλτσες. Για να συγκινεί. Αν μη τι άλλο ο στόχος επετεύχθη. Δυο πανέξυπνα ματάκια. Μάζεψα ό,τι κέρματα είχα και τα έδωσα πριν προλάβει να πει κανένα σπαραξικάρδιο τροπάρι. Όχι μαλακίες και χαρτιά για εγχειρίσεις, για αδελφάκια και παιδιά που θα νοσηλευτούν, όχι χαρτομάντιλα και αηδίες. Το πρόσωπο του έγραφε «Κοίτα, είμαι εδώ, κάνει κρύο και θέλω λίγα χρήματα».
Ναι, η μόνη αλήθεια είναι αυτή που σου εμφανίζεται χωρίς σου-μου–του και παρηγοριές του ποδαριού. Πεινώ, διψώ, σε θέλω, θέλω δουλειά, πονώ, λυπάμαι, χαίρομαι. Η αιφνίδια λάμψη της όταν αποκαλύπτεται καίει τα πάντα. Ο ήχος της, αθόρυβα αιχμηρός. Αυτό το πρωινό (σήμερα μέρα των Φώτων), ανατρίχιασα με την ίδια ηδονή που βιώνεις όταν ο ήλιος πέφτει πάνω σου σε παραλία καλοκαιρινή, μετά την πρωινή βουτιά. Στην καρδιά του χειμώνα, με το χιόνι παρά πόδας, εμένα το μυαλό μου κυλάει στις θάλασσες... Μα δεν έχω άλλα λόγια να περιγράψω την παράξενη άγρια χαρά μου. Μόνο πως πίσω από κάθε όνειρο αναμένει σχεδόν πάντα στη σκιά μια τουλάχιστον άνοιξη, από αυτές ακριβώς που ξυπνάνε τις μνήμες του σώματος. (Όπως μετά από κάθε σφαγή, μετά τη βροχή, αν αφήσεις τους ήχους να ακουστούν μετά τη ξηρασία των μεγάλων ερήμων, αλείβεσαι με μέλι για να τραβήξεις πάνω σου τις μέλισσες να τσιμπολογήσουν).
Για το νέο έτος είναι ζόρικες οι προβλέψεις, περιγράφονται ζοφερά τα πράγματα. Όμως αυτές οι θεωρητικές προσεγγίσεις χωράνε και σε ένα κουβά. Παραμένει η ελπίδα ότι κάποιο πόδι θα τον κλωτσήσει και θα σκορπίσουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ενδόμυχα σκέφτεσαι ότι μαζί θα παρασυρθούν και όλες οι μεγάλες λέξεις, οι τόσο ολότελα ξένες από την Αλήθεια. Λέξεις που σε τυφλώνουν και δεν βλέπεις μπροστά σου.Τελικά φαίνεται ότι αυτή είναι η ανθρώπινη φύση. Ό,τι είναι πρόβλημα, ερωτηματικό και αγωνία, το βλέπουμε από χιλιόμετρα . Ό,τι είναι χαρά και όμορφο και καλπάζει μπρος στη μύτη μας, δεν το νιώθουμε καν. (Όχι κάθε νέο χρόνο, αλλά κάθε μέρα πρέπει να σβήνεις όσα γράφει ο μαυροπίνακας, να γίνεσαι καινούργιος σαν όλα τα πρωινά του κόσμου). Ωραία μπορεί να μυρίζει η νέα χρονιά, η επόμενη μέρα, μόνο όταν την ονειρεύεσαι και επιμένεις στο όνειρο σου (αρκεί να μάθουμε επιτέλους να ξεχωρίζουμε τα χρώματα που παιχνιδιάρικα μας κλείνουν το μάτι).
Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008
το 2009 να δίνεις
Αυτή, αυθόρμητα το βγάζει και του το δίνει.
Μ άρεσε αυτή η σκηνή...
Για να προσφέρεις κάτι, ένα δώρο στη περίπτωση μας, δεν έχει σημασία αν τα οικονομικά σου στο επιτρέπουν ή στο απαγορεύουν, όπως και δεν σημαίνει κάτι το πόσο βαθιά θα βάλεις το χέρι στη τσέπη. Οι κινήσεις αυτές που γίνονται, μαζί με όσες δεν κάνουμε, μας χαρακτηρίζουν και μας προδίδουν σ αυτούς που μπορούν να μας διαβάσουν.
Μη πεις δεν έχω... γιατί τότε σίγουρα δεν έχεις τίποτα πέρα από το εγώ σου.
Μια τούφα μαλλιά,
ένα ξερό φύλλο που έχει κάτι γραμμένο με σινική,
ένα cd με τραγούδια που γράφτηκε για σένα,
δυο στίχοι,
ένα απόσπασμα από ένα βιβλίο,
μια απόπειρα μιας ζωγραφιάς,
μια σκισμένη σελίδα με καρφιτσωμένο ένα κομμάτι κανέλας,
είναι κομμάτια με μηδενική χρηματική αξία και
ένα φορτηγό τάνγκερ συναισθηματική.
Ποιος μπαμπάς, ποια μαμά δεν κατουρήθηκαν πάνω τους, όταν το τερατάκι χάρισε μια αφιέρωση με τα ορνιθοσκαλίσματα του. Μπαίνω σε κάτι ντιζαινάτα γραφεία και βλέπω κάτι μουτζουρωμένα χαρτιά με μαρκαδόρους κορνιζαρισμένα έχοντας υπογραφές παιδικές. Παλιά με εκνεύριζαν πολύ. Τώρα ίσως λίγο περισσότερο. Δεν είναι για όλα τα μάτια η προσφορά του άλλου. Είναι κάτι αυστηρά προσωπικό πιο πολύ από το να το εκθέτεις. Είναι όπως όταν βρίσκεις τον άνθρωπο της ζωής σου. Δεν το κάνεις βούκινο. Δεν τον περιφέρεις στα πέριξ δηλώνοντας από δω ο έτσι ή η έτσι που με τρελαίνει. Το κρατάς εφτασφράγιστο μυστικό μέσα σου μη σε ματιάξουνε, μη σε γλωσσοφάνε. Στους δικούς σου προσπαθείς να το περάσεις πιο νωχελικά και ναρκισσιστικά ως εποχικό φρούτο πιο light.
Το ίδιο και τα δώρα καρδιάς.
Δεν είναι γιατί πρέπει!
Το κάνω γιατί το θέλω, το επιθυμώ, σ αγαπώ, σε σέβομαι, σε σκέφτομαι και πάνω από όλα, μου δίνει χαρά η χαρά σου. Αυτό και τίποτε άλλο
Όλοι έχουμε ανάγκη λίγη καλοσύνη και εξωστρέφεια.
Αυτοί όμως που ξεχωρίζουν,
αυτοί που ανεξίτηλα βάζουν υποθήκη
να παραμείνουν ζωντανοί στο ναρκοπέδιο των αναμνήσεων,
είναι αυτοί που δίνουν.
(Χωρίς να βάζουν τις προϋποθέσεις της φθήνιας που περιέχει η προηγούμενη πρόταση και ακυρώνει τη διαδικασία, αυτές του για «να με θυμάσαι»).
Είμαι θανάσιμα ερωτευμένος με τα δοτικά άτομα.
Με εκείνες τις πολυαγαπημένες θείες, με αυτές που θα γίνουν σαν τις θείες τις παλιές που στις επισκέψεις σου προσφέρουν δεκάδες καλούδια. Και τους θείους, αυτούς που ξέρουν ότι το πιο σημαντικό στοιχείο της προσφοράς είναι η χαρά που διαβάζεις στα μάτια του άλλου. Τυχεροί!
Τυχεροί αυτοί που έχουν εσάς που μάθατε να δίνεται και να δίνεστε.
Είστε το καλύτερο δώρο.
Είθε στο νέο έτος να βρείτε μιμητές.
«Καλύτερα να δίνεις, παρά να παίρνεις».
Γιατί δίνοντας, παίρνω ουράνια Χάρη, λούζομαι μες στην πνευματική δροσιά, εισπνέω καθάριο αέρα, μύρο αθανασίας...Με το πηγαίο, φυσικό, απλό χάρισμα, νιώθω σιγα-σιγά να απλώνομαι, να επεκτείνομαι σε μέρη απάτητα, παρθένα από μυαλό, ιδιοτέλεια, νόμους αμφίδρομους... Η Χάρη είναι αναπνοή που γίνεται κίνηση. Και κίνηση είναι ζωή. Χαρίζοντας, δεν αδειάζω. Αντίθετα, όλο και γεμίζω. Γιατί η φύση αποφεύγει το κενό. Το χάρισμα είναι μια εκπνοή, που θα φέρει εισπνοή φρεσκάδας, πολύτιμης και ζωογόνας ουσίας. Μοιάζει με τον κύκλο του αυτοκαθαρισμού του αίματος που γίνεται εντός μας. Αντίθετα: αν πάρω με διάθεση αρπαχτική, διάθεση ξοδέματος, ή προσθετική δεν μπαίνει ζωή μέσα μου, αλλά σαν να δημιουργεί μια «θημωνιά» σε διπλανή αποθήκη. Και συνεχίζω να αφυδατώνομαι, να τρώγομαι απ' τη λαχτάρα για καινούργια αποκτήματα. Ατέρμονο άδειασμα, σαράκι η λαχτάρα για το οποιοδήποτε επόμενο, για το οποιοδήποτε μέλλον...Και νομίζω ότι η αποθήκη μού ανήκει. Η οποία δεν ανήκει ούτε στον εαυτό της. Γιατί με τον άνεμο μπορεί να σκορπιστεί. Κι ούτε στον άνεμο ανήκει. Γιατί αυτός μόνο μεταφέρει. Οι έχοντες και μηδέν κατέχοντες... (Κοσμάς Αιτωλός)
Δεκέμβριος
Υστερα πως θα αναπνέεις;
Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008
Νοέμβριος
Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008
Οκτώβριος
Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008
Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2008
Τελευταίες μέρες του Αυγούστου
Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008
Ιουλιος
Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2008
Αηδίες
Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007
Τίτλοι τέλους!
"Αυτό είναι θαυμάσιο νέο", απάντησα Παρασκευή πρωί λίγο πριν ξεκινήσω για Αθήνα
"Ναι... όμως τα άσχημα νέα είναι ότι εκείνος ο παλιός στο μεσοθώρακα επανήλθε "
Πάγωσα...
Συνέχισε με ουδέτερη φωνή....δεν το έχω ακόμη συνειδητοποιήσει, δεν ξέρω πότε θα αρχίσω να ουρλιάζω.
"Κυριακή γυρίζω, να ρθω, να φάμε να πιουμε καφέ και να σε βαλω να ξαπλώσεις" της είπα
"Αστο καλύτερα για την ώρα, θα τηλεφωνηθούμε μέσα στην εβδομάδα και βλέπουμε", απάντησε αποφασιστικά \
Θα έχει κανένα μήνα που πήγα σπιτι της από τη τελευταία φορά... Εϊχε μαγειρέψει κάτι νόστιμο, φάγαμε, ήπια ένα μπουκάλι κρασί, αυτή δεν κάνει να πινει με τις χημειοθεραπείες της... ΅Ειναι μια δεκαετια που αντιστέκεται...Μόνη εντελώς, χωρίς κάποια σχέση, έναν αγαπημένο. Με τρεις συνεχόμενες μεταστάσεις..Το πιο άτυχο κορίτσι του κόσμου. Εχω γράψει για αυτήν και παλιότερα. Ήταν στον επαγγελματικό της τομέα το αστέρι της χώρας. Εκατοντάδες επιφανείς γνωριμίες η μοναδική ίσως που στο κινητό της υπάρχουν αποθηκευμένα νούμερα από προσωπικότητες της οικονομικής ζωης και του καλλιτεχνικού χωρου που κάποιοι θα στήναν κώλο για να βρεθούν έστω για ένα λεπτ'ο τετ α τετ. Μια σιδερένια προσωπικότητα, μια γλυκιά στρίγγλα με τη καρδιά ενός μαρουλιού....
Πριν τρία χρόνια κάναμε πρωτοχρονιά μαζί στη Δράμα στο σπιτι της φίλης μου, της τραγουδιάρας, όπως λέγαμε και γελουσαμε κρυφά.... "Εϊναι καλό παιδί και έπιτέλους σε βλέπω με μια γυναικάρα στο ύψος σου" μου έλεγε... "Τι ενοείς ότι το επίπεδο μου είναι για τραγουδιάρες;"
"Αυτή ειναι του Χατζιδάκι" απαντουσε και σκάγαμε στα γέλια.
Και την επόμενη χρονιά θυμωμένη με κατσιάδαζε: "είσαι σνομπ και κομπλεξικός που τη τρομοκράτησες "
"Αλλά ξέρω γιατί το έκανες.... σε χαλουσε που δεν γουσταρε τον παλιοτσίρκα σου, ανόητε"
.........................................................
Κοιτάζω την ώρα... είναι 7.00 η πιτσιρίκα ετών 6, ένα σιαμαμιδι που μετά βίας το ξανθό κεφάλι του φτάνει ως τη κοιλιά μου, δεν ζυγίζει πάνω από 17 κιλά. Την σηκώνω σαν πούπουλο και τη φέρνω στο ύψος των ματιών μου... Με κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια και μου λέει...
"Ελα μωρέ ... σε περιμένω έξω από τη πόρτα σου από τις 5 να ξυπνήσεις. Εχω κάνει τη πιο πολύ φασαρία που μπορούσα να κάνω, κόντεψαν να ξπνήσουν η μαμά και ο μπαμπάς και συ δεν καταλαβες τίποτα," μου λέει μουτρωμένη. "Πότε θα κάνουμε το σουπερ γλυκό που μου υποσχέθηκες... θα ξυπνήσουν οι άλλοι και δεν θα προλάβουμε την έκπληξη.
Εισαι ανόητος, το ξέρεις;"
(Τι παράξενο.... αυτό το τελευταίο μου το έχουν πει όλες οι αγαπημένες μου γυναίκες )
Και αυτή έναι μια απίθανη μικρή με γραμμένο στο DNA της, τον ορισμό γυναίκα
Μ έκανε να χαμογελώ το Σαββατοκύριακο... όταν καθόταν δίπλα μου και έκανε πως διάβαε και αυτή, όταν πήγαμε μαζί για ψώνια στο σουπερ μαρκετ, όταν μου έλεγε ποσο χαζός ειμαι που της φυλάω τα χέρια, όταν μ έπαιρνε στο κινητό να πανηγυρίσουμε παρέα φωνάζοντας "είμαστε οι καλύτεροι" μια και πέτυχε το γλυκό
...............................................
την πεμπτη στις 5 το ξημέρωμα εκλεισα ενα 4ωρο βραδυνό τηλεφώνημα με την ελπίδα η ιστορία που ήξερα ότι θα ακούσω να ήταν λάιτ... Δεν ήταν. Και εγώ δεν ξέρω τι λόγια να λέω σ αυτές τις περιπτώσεις. Μόνο αγκαλιές μπορώ να κάνω και να κλαίω παρέα
...............................................
Σε δυο βράδια τελειωσα για μια ακόμη φόρά τη <Λέσχη>, το χρειαζόμουνα απελπιστικά πολύ...
..............................................
γυρισα σπιτι το απογευμα της Κυριακής..
στο δρόμο πήγαινα με 180
τώρα είναι 2 και αδειαζω το δεύτερο μπουκάλι κράσί
θα το τραβήξω μέχρι το ξημέρωμα όσο πάει
Βαρέθηκα τόσο καιρό να γράφω
άλλα από αυτά που έχω στο μυαλό μου
Συμβιβάστικα δεχόμενος ότι ήταν μια άσκηση
Τωρα όμως
τέλος!
θέλω να βουτήξω στο βυθό
παρεα με τη φυλή μου
να ουρλιάξω με άνεση
και να ξανανέβω για αναπνοές από ένα καλαμάκι στην γλυκιά μου επιφάνεια
Δεν νομίζω ότι μπορώ να συνεχίσω σ αυτό το μπλογκ, μαλλον πρέπει να αλλάξω διεύθυνση
θα το σκεφτώ αυριο
Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2007
Νομίζω πως άκουσα ταινίες να συζητάνε για θεατές
ή αλλιώς
ακόμη ένα Φεστιβάλ Κινηματογράφου
Καλησπέρα...
Καλησπέρα!
Καλησπέρα !!!
Πόσους έχουμε σήμερα;
85 στη προβολή των 8.30.
Κοίτα τους... περιμένουν να ξεχαρμανιάσουν...
Γιατί είναι όλοι τόσο λαίμαργοι;
Στερημένοι είναι, βλέπουν εικόνες χορταίνουν ζωή.
Ευδαίμονες και κακοδαίμονες όλοι να νιώσουν θέλουν.
Εμείς αδιακρίτως σ’ όλους δινόμαστε.
Δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη τους.
Είμαστε παρά φύση;
Όχι! Είμαστε hotel "το όνειρο"!
Οίκος ανοχής "η επιθυμία".
Rooms to let.
Ντουλάπια με αποθηκευμενα όνειρα.
Συρτάρια με φόβους.
Κουτάκια με ηδονές.
Φαρμακείο λαβωμένων καρδιών.
Ιατρείο νοσούσας επιθυμίας.
Εγχειρίδιο για κακοφορμισμένους έρωτες.
Αντίδοτο βαρεμάρας.
Άσυλο για ηδονοθήρες.
Διδασκαλείο νοσταλγίας.
Μαζί μας ξεχνάνε την πείνα τους.
Αυτή είναι που τους τρώει.
Ναι γι’ αυτό έρχονται να μας δουν.
Παρατηρούν τις συγκινήσεις.
Απέχουν από τις τέρψεις.
Παραμένουν με το μαράζι μιας προσδοκίας.
Ξαφνιάζονται με το σενάριο λένε..
Τα χάνουν όταν φιλάς εκεί που δεν περιμένουν...
Ναι... στον καρπό, στο γόνατο, στα δάχτυλα!
Κάποια μέρη του σώματος είναι υπερτιμημένα.
Άλλα έχουν πιάσει αράχνες.
Που βόσκουν οι απολήξεις των αισθήσεων;
Να βάλουμε κουμπάκια στις πολυθρόνες!
Ναι, να διαλέγει ο καθένας συναίσθημα.
Ναι... με ποιο χέρι θα αυνανιστεί.
Μερικές φορές γίνεσαι πολύ πόρνη.
Σ’ αρέσει να σε χαζεύουν έτσι;
Μ’ αρέσει να τους καυλώνω
Σωστά, αυτοί καταναλωτές είναι.
Της ηδονής ως θέαμα...
Της βίας των φόβων ως ηδονή..
Κανείς δεν τους υποχρέωσε να έρθουν!
Ούτε να μας ερμηνεύουν.
Λες και ξέρουμε εμείς να ερμηνευτούμε...
Εμείς πουλάμε χρώματα...
Συναισθήματα μελοδραματικά, χαρούμενα...
Δακρυσμένα, θυμωμένα, ηδονικά...
(Τόσος κόσμος, πρόθυμος να αφεθεί, έτοιμος για ένα πάρτυ συναισθημάτων, ο ίδιος που καθημερινά βαδίζει προσεκτικά για να μη σκοντάψει έχοντας αφήσει την καρδιά στο παλιό σεντούκι της γιαγιάς, αλέθει σε μια αίθουσα πρόθυμα ψυχή - μυαλά - αισθήματα και τα συσκευάζει σε σακουλάκι σελοφάν).
Τρίτη, 06 Νοεμβρίου 2007
Αυτό που κάνει το τριαντάφυλλό σου τόσο σημαντικό …είναι ο χρόνος που αφιέρωσες σ’αυτό. (από το Μικρό Πρίγκιπα)
είτε είναι μικρά και αθώα,
είτε λόγια μεγάλα και ψεύτικα,
αρκεί να μη προσβάλουν την αισθητική μου.
Δεν καταλαβαίνω όσους μηρυκάζουν τα
«θέλω την αλήθεια όσο σκληρή και να είναι, μη μου λες ψέματα»
Όταν σε μια πραγματικότητα που είναι ιδιαζόντως απεχθής,
υπάρχει ένα ψέμα που αν το λειτουργήσεις την ανατρέπει ή έστω τη βελτιώνει,
πρέπει να είσαι
είτε πολύ ηλίθιος,
είτε μεγάλο κάθαρμα
για να μη το κάνεις.
Ο Picasso έλεγε πολύ χαρακτηριστικά
«η τέχνη είναι ένα ψέμα που μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε την αλήθεια»
Θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε ολόκληρη παραφιλολογία περί ψέματος,
να το υμνήσουμε,
να εκθειάσουμε τα λαμπρά αποτελέσματα,
την υπέρτατη ανύψωση που μπορούν να πετύχουν
και κατά συνέπεια
την ευγνωμοσύνη που δικαιούνται οι ψεύτες,
αλλά αυτό θα ήταν ένα δοκίμιο
και δεν θα είχε θέση εδώ δίπλα σ αυτές τις απλές σκέψεις.
Ας παραδεχτούμε μόνο
ότι το ψέμα είναι μια σταγόνα που σε ραντίζει για να συνεχίσεις να ονειρεύεσαι.
Από εκεί και πέρα εσύ και ο χρόνος που αφιερώνεις σ αυτό, του δίνουν αξία…
Μια από τις πιο σοβαρές σκέψεις που θα μπορούσα άφοβα να υποστηρίξω είναι ότι δεν θα είχα το παραμικρό πρόβλημα να ζήσω μια ζωή μέσα στο ψέμα. Θα χόρευα μαζί του, θα το χάιδευα, θα το υποστήριζα, θα το φιλούσα, θα έμπαινα βαθιά μέσα του και θα το έκανα ρούχο καθημερινό.
Αρχικά δεν θα το έδειχνα σε κανέναν.
θα ήταν το δικό μου.
Αλλά από τη βαθιά αγάπη για τους ανθρώπους
(να δείξουμε τη χαρά μας, να βρούνε κι αυτοί την ουτοπία τους) και φόβο (ότι δεν του φθάνει η ανάσα μου για να αναπνέει) θα το έβγαζα βόλτα
Συμβουλή:
Σ αυτές τις περιπτώσεις πριν το κάνεις
ψάξε για τον πλησιέστερο ηλίθιο και σκότωσέ τον!
Στατιστικά,
πάντα κάποιος ηλίθιος
περιφέρεται γύρω μας
και θέλει να μας επαναφέρει στη πραγματικότητα
και να αποδείξει ότι το ψέμα είναι ένας άσχημος καμπούρης σκατόψυχος Κουασιμοδος!
θάψε αυτόν τον βλάκα
Αυτό που δεν μπορούμε να πολεμήσουμε
είναι το ίδιο το ψέμα,
όταν από μόνο του λακίσει.
Το απεχθάνομαι.
Αυτόν που διαψεύδει τον εαυτό του.
Ιδίως όταν μετανοεί.
Σιχαίνομαι τις μετάνοιες!
Όταν οι άνθρωποι πέφτουν στα γόνατα δεν πρέπει να κάνουν μαλακίες.
Και πέστε μου σας παρακαλώ κάτι...
υπάρχει κάτι χειρότερο από το ίδιο το ψέμα που ψεύδεται;
Το όνειρο που αυτοπροδίδεται;
Τα σχέδια που αυτοαναιρούνται;
Και όλα αυτά γιατί;
Για μια αλήθεια…
για να πει την ελεεινή αλήθεια…
Τι είναι η αλήθεια ξέρετε;;;;;
Αρκεί να της βγάλετε τη μουσική νότα λα που έντεχνα έκρυψε ανάμεσα στα άλλα της γράμματα (αυτή που σαν σειρήνα σαγηνεύει τους κωπηλάτες),
για να ξεσκεπάσετε τη λέξη που στερείται
ήθους,
την απρεπή,
αισχρή,
την ανάρμοστη.
Αήθης η κάθε αλήθεια!
Λοιπόν λέω ψέματα;
Όχι απλά καταλαβαίνω.
Καταλαβαίνω πως το ψέμα
(εκτός από το παιδικό και το αυθόρμητο που γεννιούνται από την επιθυμία να συνεχίσεις να ονειρεύεσαι ξύπνιος)
είναι η επίγνωση της πραγματικής ύπαρξης των άλλων
και της ανάγκης να προσαρμόσουμε αυτήν την ύπαρξη
που δεν ξέρει να προσαρμοστεί σε εμάς, στη δική μας ύπαρξη.
Το ψέμα είναι απλά η ιδανική γλώσσα της ψυχής:
διότι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που μεταχειριζόμαστε τις λέξεις
(δηλαδή ήχους αρθρωμένους κατά τρόπο άλογο)
για να μεταφράσουμε στην γλώσσα της πραγματικότητας
τις πιο εκλεπτυσμένες και εσωτερικές κινήσεις των συναισθημάτων και των σκέψεων μας
(και που οι λέξεις ασφαλώς ποτέ δεν θα μπορέσουν να αποδώσουν),
έτσι ακριβώς χρησιμοποιούμε το ψέμα και το παραμύθι,
για να καταλαβαινόμαστε μεταξύ μας,
πράγμα που με την αλήθεια, καθαρή και αμεταβίβαστη, δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει.
Σελ 98
Φερναντο Πεσσόα
Το βιβλίο της ανησυχίας
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2007
ΜεΜιανάσα699λέξεις
>Ας πιούμε στην υγεία των απόντων.
>Pourquoi-pas?
Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007
Σε όποιον αρέσει η μουσική μας, ας πληρώσει όσα νομίζει
(β έκδοση συμπληρωμένη)
Πρόσφατα οι Radiohead (alternative rock μπάντα) έκαναν μια λιτή ανακοίνωση: «Το νέο μας άλμπουμ λέγεται "In Rainbows" και κυκλοφορεί από τις 10 Οκτωβρίου από το site μας. Όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να το "κατεβάσουν" από το www.inrainbows.com πληρώνοντας από 0 έως 100 λίρες». Οι μάγκες ούτε λίγο ούτε πολύ άφησαν στην διακριτική ευχέρεια των χρηστών την πληρωμή. Αποτέλεσμα; Μέσω αυτής της ενέργειας, χωρίς τη διαμεσολάβηση δισκογραφικών, διαφήμισης ή άλλης προωθητικής ενέργειας, το «In Rainbows» κατάφερε σε μία εβδομάδα να «πουλήσει» 1,2 εκατομμύρια αντίτυπα φέρνοντας στα ταμεία του συγκροτήματος 10 εκατομμύρια, όλα με εθελοντική πληρωμή!!!...
Επαναστατική πρακτική, ή πίστη στη δουλειά μας;
Ακόμη και αν είναι μια μελετημένη κίνηση μάρκετινγκ μοιάζει να κλείνει το μάτι σε επώνυμους αλλά και ανώνυμους δημιουργούς να διαδώσουν αντίστοιχα το έργο τους. «Δείτε τη δουλειά μου και αν σας αρέσει να ανταμείψετε τους συντελεστές αφήνοντας στο ταμείο κάποιο αντίτιμο». Ωραίο ακούγεται να λες τη χαρίζω δουλειά μου. Σε όποιον αρέσει ας πληρώσει όσα νομίζει. (Τι να κάνω, μ αρέσει να κοιμάμαι με αυτό το πλευρό και ας μοιάζει να αιθεροβατώ στο σκάφος πλάνη) Θυμήθηκα μ αυτή την ευκαιρία μια πειραματική σκηνή στο παρελθόν που μόνο στο τέλος και εάν σου άρεσε η παράσταση, πλήρωνες εισιτήριο.
…Άλλωστε είναι 4 το πρωί, μόλις ξύπνησα, νιώθω μια γλύκα να με πλημμυρίζει. Τι και αν με κυνηγούν υποσχέσεις και χρέη, η ζωή και πάλι είναι χάρμα. Φτιάχνω καφέ και πατάω enter. Πληκτρολογώ τις πρώτες λέξεις και σκέφτομαι κάποιους που ψάχνουν μια θέση στον ήλιο. Εκατοντάδες καθημερινά που εκτίθενται παραδίδοντας δείγματα δουλειάς, σε πρόσωπα-κλειδιά, με όνειρο μια σταδιοδρομία. Ναι η ονειρική διαδικασία είναι αυτή: σε ανακαλύπτουν, σε υμνούν και σου ζητάνε συνεργασία (που ήσουν τόσα χρόνια χαμένος). Άλλο, αν οι περισσότεροι αρέσκονται να πιστεύουν ότι αδικούνται (μέχρι τη στιγμή που τα κυνηγόσκυλα θα ανακαλύψουν τα τυχόν καλλιτεχνικά, εργασιακά, ψυχικά προσόντα τους).
Ότι τους βολεύει.
Όμως σε αυτούς που έχουν ανοιχτή καρδιά και μάτια που καίνε σαν φωτιά αλλά δεν τους κάθισε η ζαριά, αρκεί ένα μπουκέτο ανεμώνες, ένα χαμόγελο και μια πινελιά επιθυμίας για καύσιμο για να ανοίξουν τα φτερά τους σε ένα αργόσυρτο μοναχικό ταξίδι; Αυτή νομίζω είναι η ρητορική ερώτηση που διαχωρίζει τον κατ όνομα από τόν επί της ουσίας καλλιτέχνη . Οι διαφημιστές, οι προπαγανδιστές, τα promo girl, οι έμποροι, οι δημοσιογράφοι, η εταιρία, όλοι αυτοί που ονομάζουμε «σύστημα» υπακούνε στη φιλοσοφία του κέρδους και όχι στην ανάδειξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αντίθετα δίνοντας έμφαση στην πιο τραβηχτική εικόνα, ξέροντας ότι μετρά και η συσκευασία, επιλέγουν τα άλογα που θα ποντάρουν προσέχοντας το τελικό προϊόν να είναι ευπώλητο. Πολλές κακές δουλειές, πάμπολλες μέτριες και αναλογικά ελάχιστες αξιόλογες…
«Αυτά θέλει ο κόσμος», «μισοκουτσαβάκικα και πολύ βλάχικα υποστηρίζει το σινάφι εκ των έσω. Όχι αλογάκι μου, τόσα μπορείς εσύ. Αν πιστεύεις ότι αξίζεις ένα παραπάνω χειροκρότημα τράβα σε υπαίθρια αγορά και χόρεψε το χορό σου, παίξε τη μουσική σου ή δείξε τον πίνακα, ή μοίρασε φωτοτυπίες από το βιβλίο που έβαλες πάνω του τη ψυχή σου και να έχεις τη βεβαιότητα ότι θα πάρεις την δέουσα ανταμοιβή.
Αυτό προϋποθέτει ότι ο αγωνιστής θα διέλθει το ερεβώδες διάστημα της αμφισβήτησης της χλέβης, θα υποστεί και τις σφαλιάρες της πιάτσας και ήττες, πολλές ήττες. Σημασία έχει πόσο αντέχει… Πόσο είναι διατεθειμένος αυτές τις περίφημες αξίες, τις θεωρίες που πιπιλίζει τόσο καιρό να τις υπερασπίσει. Ότι θα χάσει όποιος παλεύει κομμάτια του εαυτού του, δεδομένο. Ότι θα αλλάξουν πολλά στη πορεία, γεγονός. Αλλά η ουσία είναι να μείνουν ανόθευτα τα λόγια της καρδιάς.
Άλλοι τα ονομάζουν «Ιδανικά» και άλλοι τα διαβάζουν «ινδιάνικα». Βεβαίως υμείς και ημείς όπως συμβαίνει σε κάθε παραμύθι είμαστε με τους καλούς, με τους λίγους, τους φευγάτους, τους κυνηγημένους, τους «λούζερ» που δεν τα παρατούν. Γιατί μέχρι την τελευταία ώρα που έχεις τα μάτια ανοιχτά, πάντα κάτι μπορεί να γίνει και όλα να αλλάξουν, το παλικάρι να σώσει την πριγκηπέσα από τα δόντια του άγριου δράκου ή ο αγαθός κυνηγημένος δράκος να εξέλθει του κινδύνου και να γυρίσει στη δρακουλίνα του.
Και ένα από τα λίγα πράγματα
που μπορώ να υποστηρίξω με βεβαιότητα
για όσους γενικά το παλεύουν στη ζωή τους,
είναι ότι όταν συσσωρευτούν πολλές ήττες,
κάποτε κάποιο ξόρκι θα τις μετατρέψει σε μια γλυκιά νίκη.
Για αυτό υπάρχουν ακόμη παραμύθια με νεράιδες και χάπυ-εντ.
Για αυτό και πάντα θα γοητεύουν αυτοί που χτυπάνε το κεφάλι τους στον τοίχο, (από έρωτα, πίστη, πάθος, σκοπούς, αξίες), οι καταραμένοι που τρώνε τα σωθικά τους άσχετα αν έξω κάνουν τον καραγκιόζη για να ισορροπήσουν. Όταν μέσα τους βαράει ντάπα ντούπα το ταμπούρλο, η ανάσα αναδύει ένα χρωματιστό άρωμα…
Σας φιλώ
ciou!
ΥΓ Εκτός από τους Radiohead και οι Nine Inch Nails και οι Charlatans θα διανέμουν μόνοι τους την μουσική τους. Οι Oasis, ο Jamiroquai και η Μαντόνα, το σκέφτονται
Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2007
Στάσου μια στιγμή...
Μέχρι που ανακάλυψα ότι τα χιλιάδες σλάιντς που είχα συγκεντρώσει μου προξενούσαν μηδαμινή συγκίνηση. Και σταμάτησα το σπορ.
Όταν επισκέπτομαι μια πόλη σπάνια ακολουθώ τα βήματα που προτείνουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί. Ειδικά αν συμβεί -το κοσμοϊστορικό γεγονός- να είμαι στα καλά μου, αποφεύγω τα μουσεία και τα αξιοθέατα όπως ο διάολος το λιβάνι, προτιμώντας να χαθώ στα δρομάκια της πόλης. Αλλά και όσες φορές βρέθηκα σε κάποιο μουσείο, ομολογώ ότι τον περισσότερο χρόνο τον ξόδεψα παρακολουθώντας τους επισκέπτες, πώς εκφράζονται, τι λένε μεταξύ τους, πόσο βιάζονται να προλάβουν να τα δούνε όλα, να συμπυκνώσουν το χρόνο σΆ ένα μπουκάλι και αν γίνεται να το πάρουν μαζί τους μέσα από άθλιες εκδόσεις, φθηνές αφίσες και άλλα μπιχλιμπίδια. Τρελαινόμουν όταν τους άκουγα να λένε είδα το τάδε, ή το δείνα. Σκάρωνα φανταστικούς διαλόγους στην προσπάθεια να διατηρήσω μια ευγενική στάση. Έλεγα από μέσα μου: «Τι πρόλαβες να συγκρατήσεις μέσα σε λίγες ώρες με τη τηλεοπτική σου ματιά, βρε τσέλιγκα, που παρέα με τη βλάχα σου κάνατε αγώνα δρόμου να προλάβετε σε ένα πρωινό να ολοκληρώσετε κανά δυο μουσεία;»
Χρησιμοποίησα το παράδειγμα του ταξιδιού γιατί υποτίθεται ότι εκεί βρίσκουμε χρόνο να κάνουμε αυτά που επιθυμούμε και όχι όσα καθημερινά αναγκαζόμαστε για να επιβιώνουμε. Αλλά τον «αράπη κι αν τον πλύνεις, το σαπούνι σου χαλάς»! Ισχύουν τα ίδια, τρελοί ρυθμοί, να προλάβεις (τι;) και παρόλο τον οπτικοαουστικό ορυμαγδό, παραμένουν αξεδίψαστα τα χείλη. Και στο δια ταύτα κάθε κουρούνα να κράζει, «αχ καλά ήταν, αλλά δεν γίνεται κάτι που θα ταράξει τα νερά, κάτι έντονο, κάτι συγκλονιστικό! Δεν ξέρω τι θέλω, σκοτώνω την ώρα μου, δεν ξέρω τι μου φταίει». Μέσα από τη διαστροφική διάθεση του να προλάβω όσα περισσότερα μπορώ χτυπιέται κατακούτελα η στιγμή της απόλαυσης.
Σε μια πρόσφατη εκδρομική επίσκεψη στην ορεινή Ελλάδα, όταν με την παρέα μου επιλέξαμε μια ημερήσια ποδαράτη ανάβαση, μια αγαπημένη φίλη ήταν αυτή που δεν ακολούθησε. Θυμάμαι πολύ έντονα, κατά την επιστροφή, τη συνομιλία που κάναμε και τον τρόπο που με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα περιέγραφε πώς πέρασε: «Περπάτησα λίγο μέχρι την άκρη του χωριού και κάθισα κάτω από μια μηλιά. Ήταν μαγικά, χάθηκα μέσα στη μέρα και σιγά σιγά άρχισα να συγκεντρώνομαι σ αυτά που έβλεπα, να αφουγκράζομαι στο κορμί μου τον αέρα, τον ήλιο, οι μυρωδιές να με ζαλίζουν...».
Όπως οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν τα πάντα, έτσι και τα μάτια αδυνατούν να καταγράψουν τη κρυμμένη δύναμη, τα χιλιάδες συναισθήματα μέσα στην κάθε στιγμή που οι περισσότεροι στη διαδικασία μιας αναζήτησης, προσπερνάμε! Και όμως, αρκεί να σταθείς για λίγο, να σταματήσεις το κυνηγητό, να αφήσεις το κινητό και να κοιτάξεις γύρω σου. Δεν θα βρεθείς σε άλλο πλανήτη, δεν θα περάσεις τις πύλες κανενός παραδείσου, αλλά θα μπορέσουν να χαρούν τα μάτια σου όσα αντικρίζουν, θα νιώσεις μυρωδιές και θα αναπολήσεις γαλάζια συννεφάκια και ροζ μπουρμπουλήθρες. Διότι έχεις τη μεγαλειώδη τύχη ο αέρας να αγγίζει το δέρμα σου, να είσαι εδώ και να ζεις -κι εγώ να έχω από χρόνια αποχαιρετίσει τα σπυράκια της εφηβείας μου, όπως κάποιος μπανάλ (αποτυχημένος) κακός θα μπορούσε να ειρωνευτεί.
Μπορεί οι ιδέες, η πίστη, οι αξίες, όπως διατυμπανίζεται,
να πήγαν περίπατο, μα υπάρχει μια μαγική λέξη για να ξεκλειδώσεις τη στιγμή...
Αυτή η μαγική λέξη λέγεται «αισθάνομαι».
Ύστερα... Ύστερα, ίσως σ αυτό το μπουρδέλο που λέγεται ζωή,
προκύψουν όλα τα άλλα
(φιλία, τρυφερότητα, έρωτας πάθος)...
Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2007
επίκαιρα, ανεπίκαιρα, ασήμαντα
επίκαιρα, ανεπίκαιρα
>> Πείνα, δίψα, ανελέητο ξύλο, διαμονή σε κλουβιά πολύ μικρών διαστάσεων, σε συνθήκες εντελώς αφύσικες. ¨Όλα αυτά περιλαμβάνει η εκπαίδευση για τα ζώα που συλλαμβάνονται και προορίζονται για κάποιο τσίρκο, αφού βέβαια εξοντωθεί η μητέρα και η αγέλη και εφόσον δεν πεθάνουν, στη μεταφορά. Ο Αρκτούρος θέτει το αίτημα η Ελλάδα να ανακηρυχθεί χώρα ελεύθερη από τσίρκο με ζώα.. Όποιος συμφωνεί ας μπει στο http://arcturos.wordpress.com/. Όποιοι διαφωνούν ας πάνε μια βόλτα στο τσίρκο Μεντράνο στη Πολίχνη με ένα γαρίφαλο στο πέτο (να ξεχωρίζουν από τα άλλα ζώα). Ποια παραδείγματα όμως να έχουμε και για ποια ηθική να μιλάμε όταν...
>> ¨Βλέπεις¨ έναν Αρχιεπίσκοπο να βγαίνει από το καλούπι του και την κρίσιμη ώρα μιας βαριάς ασθένειας (που έχει λυγίσει και πιο δυνατούς), να αναφωνεί με απόγνωση μπροστά στην ερεβώδη μοίρα «γιατί σε μένα θεέ μου και όχι σε κάποιον άλλο»!!!. Και παράλληλα ακούς τον Ζακύνθου (σχολιάζοντας το θέμα να τεθεί θέμα διαδοχής ενώ βρίσκεται ακόμη εν ζωή και το παλεύει ο Χριστόδουλος), να λέει " όλα εδώ πληρώνονται¨. θυμήθηκε την αντίστοιχη ¨βιαστική¨ συμπεριφορά του νυν αρχιεπισκόπου και τη δίψα του για εξουσία, όταν ήταν στα τελευταία του ο Σεραφείμ. Σοκ και δέος. Αν όντως ειπώθηκαν αυτά τα λόγια δεν θα ήθελε κανείς να είναι έτσι τα πράγματα αλλά από την άλλη πώς μπορεί να μη θλίβεσαι αν κάνεις έναν …
>> Αναχρονισμό χρήσιμο: Μιανμάρ - Ελλάδα (επταετίας) σημειώσατε 1. Άθελα κάνω κάποιους συνειρμούς του εκεί με το εδώ. Εκεί οι μοναχοί υπηρετώντας την όποια φιλοσοφία, ιδέες, θρησκεία ασπάζονται ξεσηκώθηκαν εναντίον της αδικίας που η χούντα της χώρας τους άπλωσε πάνω από τα κεφάλια των πολιτών. Κατάφεραν να κάνουν την παγκόσμια κοινή γνώμη να στρέψει το βλέμμα της στο δράμα τους. (Τριτοκοσμικοί;).
Ασήμαντα
>> Δευτέρα 8/10 βράδυ στο παγκάκι μετά τη πορτάρα εκεί που μια γωνία από τα κάστρα εισέρχεται στην άσφαλτο στο δρόμο για το φανάρι του Επταπυργίου αυτός γύρω στα 40 με κοιλίτσα προγούλι λυγισμένη ιτιά κλαίει άγαρμπα με αναφιλητά. (κάποιοι είναι πολύ άτυχοι, δεν έχουν κινηματογραφικό προφίλ). Τουλάχιστον....
>> Χάρηκα την νεαρά που ενδεδυμένη με ένα σορτς και μια τσάντα χιαστή αμελώντας να φορέσει κάτι άλλο με γοργόν βάδισμα πέρασε κάποια όμορφη καλοκαιρινή μέρα από την περιοχή του Ντορέ. Χάρηκα που κάποιοι όταν χάνουν (πιθανολογώ) κάποιο στοίχημα, έχουν άντερα να το ξεχρεώσουν. Και ...
>> Επιτέλους ενάντια στα ανόητα σενάρια από ατάλαντα άτομα, στις οθόνες μας το «Δέκα» ένα από τα καλύτερα βιβλία του Μ. Καραγάτση. Τα πρώτα δείγματα της μεταφοράς είναι αρκούντως θετικά. Αναμένουμε να δούμε και τη νέα οπτική από το έτερο και πιο διαβασμένο βιβλίο του, τον Γιουγκερμαν.
----------------------------------------------------------------------
Με δυσκολία γράφω ... Δεν έχω κέφια για τέτοιου είδους γράψιμο, δεν το απολαμβάνω, είναι μια άσκηση που προσπαθώ να πειθαρχήσω
Τρίτη, 02 Οκτωβρίου 2007
«να είμαι ελεύθερος ή να ζω με την αυταπάτη της ελευθερίας»
------------------------------------------------------------------------------------
Μια καλή φίλη πέρασε 15 χρόνια αναμονής με τη δικαιολογία του εραστή ότι περιμένει να ενηλικιωθούν τα παιδιά για να χωρίσει τη νόμιμη και να αποκτήσει την ελευθερία του για να ζήσει μαζί της. Πολλές φορές έχω ακούσει από άνδρες να λένε ότι ¨θυσιάζουν¨ την ελευθερία τους για χάρη των παιδιών.
Το όνειρο να ανοίξεις τη πόρτα και να βροντοφωνάξεις ¨είμαι ελεύθερος να κάνω αυτά που θέλω¨ έχει μπουρδουκλωθεί μέσα στο κυκεώνα μιας πραγματικότητας που οπτικοποιείται σαν ένα κατοικίδιο που κάποιος έχει προγραμματίσει πότε θα φάει, θα πιει, θα αφοδεύσει. Αφήστε ένα πουλί να φύγει από το κλουβί του, είναι σίγουρο πως αν δεν επιστρέψει πριν κλείσει η πόρτα, θα το φάει η γάτα. Παρομοίως όσοι θεωρούνται ¨ελεύθερα άτομα¨ στη πραγματικότητα είναι δέσμιοι μιας κατάστασης.
Πριν λίγα χρόνια ένας γείτονας μόλις βγήκε στη σύνταξη, γέρασε απότομα μέσα σε λίγους μήνες, πέφτοντας στη γνωστή μελαγχολία των απόμαχων. Ξέρω ανθρώπους που κρύβονται πίσω από μια δουλειά, μία σχέση, ένα σκοπό, τις σπουδές τους και άλλους που οχυρώνονται πίσω από έναν τίτλο, σινεφίλ, βιβλιόφιλοι, χαιφιντελίστες, στρατιωτικοί, πανεπιστημιακοί, πατριώτες, ντόπιοι, κομπιουτεράδες, έμποροι, καλλιτέχνες, μοντέλες. Ψευδεπίγραφες καταστάσεις που γίνονται ρυθμιστές του βίου. Ο μουσικός αναπνέει μέσα από τις νότες του παρέα με ομοϊδεάτες, ο εικαστικός ζει από τις εικόνες που τον αιχμαλωτίζουν. Και όσο περισσότερο οικοδομείς και ανυψώνεις μια κατάσταση, τόσο πιο πολύ βυθίζεσαι στη συμπλεγματική διαδρομή της.
Η κοινωνία παρέχει ένα φαινομενικά ελεύθερο περιβάλλον διακίνησης ιδεών κάτω από μία απλοϊκή αλλά τσιμεντένια λογική. Πίστη και υποταγή στους κανόνες, τους νόμους, στη θρησκεία, στην ηθική της εποχής. Αποφάσεις στο όνομα μιας ελευθερίας ξένης με τα ήθη και έθιμα μιας κοινωνίας μοιάζουν να είναι ακραίες.
Αυτά σκεφτόμουν παρακολουθώντας την κοπέλα στο απέναντι τραπέζι που έγραφε μανιωδώς στο λάπτοπ ένα πρωινό στη Μανάμα στο lobby ενός ξενοδοχείου του Μπαχρέιν. Η αναχρονιστική μπούρκα που φορούσε και έκρυβε όλο το πρόσωπο της, ερχόταν σε ευθεία αντιδιαστολή με τον υπερσύγχρονο φορητό υπολογιστή.
Η απλή επιλογή ενδυμασίας, τίτλου, θρησκείας μπορεί να είναι μοιραία όταν η πλειοψηφία έχει αντιρρήσεις. Σε κάνει να αναρωτιέσαι πόσο δυσβάσταχτο μπορεί να γίνει το βάρος της προτεινόμενης ελευθερίας για κάποιον υπό δεδομένες συνθήκες. Ποια είναι η εναλλακτική πρόταση όταν η ελευθερία συγκρούεται ευθέως με την αποδοχή της κοινωνικά ευπρεπισμένης μάζας; Αν θυμηθούμε το σχετικά ανώδυνο θέμα της αναγραφής ή όχι του θρησκεύματος στις νέες ταυτότητες ή στη θύελλα που ξεσηκώνεται κάθε φορά που τίθεται θέμα χωρισμού κράτους-εκκλησίας, θα μελαγχολήσουμε.
Και ναι μεν κάθε πλασματικός κόσμος αφού δομήθηκε για να αντικαταστήσει αυτόν που μας έχει κάτσει σαν πέτρα στο στομάχι, σίγουρα παρέχει καλύτερες συνθήκες, έχει όμως ένα μεγάλο μειονέκτημα, μάχεται τον εαυτό του (θέλει να γίνει πραγματικότητα). Ονειρεύεται να απελευθερωθεί, αλλά γίνεται πολλαπλά καταραμένος, όπως οτιδήποτε διασαλεύει την υπάρχουσα τάξη. ¨Οσες ¨επικίνδυνες¨ σκέψεις και επιθυμίες εξωτερικεύονται δημόσια, διώκονται. To “An Englishman’ s house is his castle” αντιπροσωπεύει μεταφορικά μια ολόκληρη νοοτροπία αυταπάτης ελευθερίας.
Θα μπορούσε βέβαια όποιος έχει υφάνει το δικό του σύμπαν τρομαγμένος από όσα θα έχει να αντιμετωπίσει ¨έξω¨, να παραμείνει εκεί ¨για πάντα¨, εγκλωβισμένος στα σκοτάδια σαν παράνομος δεσμός. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι κι αυτό το ¨για πάντα¨ θα πρέπει να τρέφεται σε τακτά διαστήματα. Και φθάνει κάποια στιγμή που δεν έχεις άλλα να του δώσεις. Τότε τον μικρόκοσμο σου, αυτόν που μέσα του επιβιώνεις απολαμβάνοντας την αυταπάτη μιας προσωπικής ελευθερίας, τον ταΐζεις με τα ίδια τα σωθικά σου.
(Καμιά ¨αμαρτία¨ δε βλάπτει τόσο όσο η ίδια μας η ¨ηθική¨).
Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007
21 συνταγές επιβίωσης
Να δω το κόκκινο της φωτιάς και την ώχρα από τους αμμόλοφους στην όαση Φαγιούμ της Σαχάρας.
Να είχα τη λογική να εγκαταλείπω όταν βρίσκομαι σε ακραίες συνθήκες.
Να εξαφάνιζα τους μονοδιάστατους, αυτούς με τη συλλογική αντίληψη και τη διαμορφωμένη μνήμη που πιστεύουν μόνο ότι βλέπουν τα μάτια τους.
Να φύγω για Αμοργό.
Να προηγηθεί το Μικρό Πάπιγκο για να μεθύσω πλάι σε φίλους.
Να ζούσα την 28η Μαΐου 1955 να χάζευα με τη Καλλας στη Σκάλα του Μιλάνου.
Να περνούσα μια βραδιά στου Ζαμπέτα.
Να έβλεπα από κοντά τις εκτυφλωτικές αντανακλάσεις του ήλιου στα βράχια του Γιουατάν στο Μεξικό.
Πάντα να πιστεύω, πιστεύεις, πιστεύει, πιστεύουμε, πιστεύετε, πιστεύουν σε κάτι…
Κάθε φορά που με τσιμπάει μια μέλισσας να μοιάζει με φιλί φιλομειδής νεράιδας.
Να λέω εύκολα παραιτούμαι χωρίς ανόητους εγωισμούς.
Να έχω το θάρρος να μην τα παρατώ.
Να χτυπήσει μια μέρα το κουδούνι μου οι φίλοι μου και να μου κάνουν έκπληξη με 2 μπουκάλια Nuit de Saint Georges του χίλια εννιακόσια εξήντα κάτι.
Να κάνω κομμάτια όποιον αλήτη τολμήσει να αγγίξει αυτά που αγαπώ.
Να πάμε το καλοκαίρι ταξίδι με μηχανές στη πρωτεύουσα της Καταλανίας και στη κεντρική πλατεία να φωνάξουμε «Barcelona mes que mai».
Να περάσω κάποτε μια νύχτα κάτω από τα αστέρια της Τήλου, παραμάσχαλα με το «Χαμένο νησί» του Καραγάτση.
Να στήσω καρτέρι να πιάσω τη στιγμή που θα αλλάξουν τα πράγματα.
Να με νανουρίζει τα βράδια ένα μελίρρυτο ξωτικό προσπαθώντας να με αιφνιδιάσει ευχάριστα με αποσπάσματα από τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες».
Να αποκαθηλώνω μνήμες άσχημα καδραρισμένες.
Να βουτούσα σ ένα ναυάγιο που να είχε ένα θησαυρό στο αμπάρι.
Να κερδίσει τον ύστατο αγώνα αυτή που χαροπαλεύει.
Κάνοντας όνειρα και ακολουθώντας πόθους φαίνεται να συνυπάρχεις με φαντάσματα που μόνο εσύ βλέπεις, και φωνές που ξεπηδάνε από τις πιο κρυφές γωνιές. Άλλοτε ακούς μελωδίες από αυτές που μόνο ένα ξημέρωμα κάτω από καστανιές που τρυπάνε οι πρώτες ακτίνες του ήλιου ή σε μια έναστρη νύχτα αρμόζει να υποδέχεσαι. Κάθε ονειροπόλος έχει μια άνευ όρων εξάρτηση από τις πλάνες του. Έτσι μια και πλανιέται κατά βούληση και κατά τύχη, είναι ο μόνος που μπορεί στα όνειρα να ανακαλύψει τους κρυφούς διαδρόμους της πραγματικότητας. Ακλόνητη αλήθεια ότι η κάθε πλάνη αναμφισβήτητα γεννά μια νέα αρχή με πολλές κατευθύνσεις.
Βγάζοντας οργή αποσυμφορίζεται ο εγκέφαλος, απαλλάσσεται το μέσα μας από τον πρωτογονισμό του, απαλύνει η ψυχή εξατμίζεται το καταχωνιασμένο βίαιο κομμάτι. Είναι η απόλυτα φυσιολογική αντίδραση στη κοινωνία των υποκριτικών τρόπων της αναστολής και της συγκράτησης που διαπλάθει άτομα υπάκουα και απαθή, αμέτοχα με κακοφορμισμένα αισθήματα υποχρεωμένα να συμπεριφέρνονται κατά το πρέπον σχεδόν λησμονώντας το τι κρύβει η καρδούλα τους.
Έχοντας πίστη σε ένα θεό, ένα βασιλιά, ένα πρόσωπο, μια ιδέα, έχεις ένα εν ενεργεία ισχυρό συναίσθημα που σου διαθέτει ένα όνομα να σιγοψιθυρίζεις πάνω στη μάχη. Σου προσφέρεται αφειδώς δύναμη και τόλμη για να κάνεις το επόμενο βήμα υποτάσσοντας τη λογική και ας είναι ένα τρελό ταξίδι χωρίς πυξίδα που με σπασμένο πύργο ελέγχου, οδηγεί στο λάθος δρόμο. Κάθε πιστός δηλώνει παρόν στη ζωή και παρόν στα λάθη. Κάθε λαθεμένη επιλογή, ακόμη και πίστης σε βοηθά να ωριμάζεις.
Το τρίπτυχο όνειρα - οργή – πίστη, αφενός σε βοηθά να συνάπτεις καλύτερες σχέσεις με τον εαυτό σου, αφετέρου συντελεί στο να επιβιώνεις χωρίς να ντρέπεσαι, κάνοντας στο παιχνίδι τη δική σου κίνηση.
Και αυτός που κινεί τα πιόνια κάνει πάντα δύο σκέψεις:
μια συναρπαστική και μια χαμένη.
Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2007
Την επόμενη μέρα (των εκλογών)
Ησυχάσαμε με την ακεραιότητα της δικαιοσύνης που κανέναν αθώο μεγαλοδικηγόρο, μεγαλοεισαγγελέα, παπά, σκανδιαλιάρη για χαζοϋποθέσεις εκατομμυρίων ευρώ και άλλα πταίσματα δεν άφησε για πολύ καιρό να σαπίζει μέσα στις φυλακές, πλάι σε ταλαίπωρους χασικλήδες, βαποράκια, φτωχοδιάβολους και άθλιους φοροφυγάδες.
Επανήλθαμε στα σωστά μας. Ο άνδρας που είναι αρχηγός πρέπει να είναι μαγκιώρος, τσαμπουκάς και να έχει το μπλα-μπλα. Ο ευγενής είναι λίγος. Απόδειξη ότι όταν είπαν στον υιό Παπανδρέου να ανεβάσει τους τόνους, αυτός εννόησε ότι πρέπει να τους κουβαλήσει όλους στην πλάτη του και λύγισε.
Εκτιμήσαμε για μια άλλη φορά τo λαϊκό ΚΚΕ για τα τρυφερά συναισθήματα και κυρίως την ευγενή άμιλλα που επέδειξε απέναντι στον Συνασπισμό και την αριστερά εν γένει. Ιδιαίτερα ¨εντυπωσίασε¨ το δόγμα «τι ΝΔ, τι ΠΑΣΟΚ» ξυπνούσε τις μνήμες «Τι Παπάγος - τι Πλαστήρας». Αυτό δείχνει ότι και κάποια πράγματα δεν αλλάζουν, αλλά και ότι υπάρχει ανιδιοτέλεια, ιστορική συνέπεια, ευρύτητα ιδεών και δημοκρατική ευαισθησία.
Θαυμάσαμε την αξιοπρέπεια και το γλυκό λόγο που είχε φυλάξει η κα Βούλα Πατουλίδου για τη μη συμμετοχή της στις λίστες. Νυν υπέρ πάντων ο αγών, το κόμμα, η παράταξη και κυρίως η ιδεολογία, για την Ελλάδα ρε γαμώτο και ουχί για την πάρτη μας.
Περιμένουμε και άλλα από αυτούς. 'Αντεξαν την κατακραυγή, δεν υπέπεσαν στη λούμπα να ζητάνε φθηνές συγνώμες και απέδειξαν ότι με τα φράγκα όλα διορθώνονται. Έτσι για να πνίξουν οι πυροπαθείς τον πόνο που είχανε, τους διένειμαν τριχίλιαρα και εκεί πάνω πλάκωσαν κι οι γύφτοι, αποδεικνύοντας εμπράκτως ότι στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα παρά μόνο έξοδα! Φυσικά και δικαιώθηκαν (οι γύφτοι) για τη στάση τους πανηγυρικά.
Αδημονούμε για την στιγμή που θα ακούσουμε στη βουλή τον λίγο κεντρώο λίγο δεξιό κ. Καραμανλή με τη ρητορική του δεινότητα να επιχειρηματολογεί απέναντι στους εκλεχτούς και πολύ δεξιούς κκ. Καρατζαφέρη, υιό Πλεύρη, Βορίδη, με τα άψογα Ελληνικά, όταν θα θέσουν θέματα για μετανάστες, Μακεδονία, Σκόπια, Εθνικά σύμβολα.
Απολαύσαμε την υπέρτατη δραματική αξία και τα εξαιρετικά αντανακλαστικά του «θέλω να γίνω χαλίφης στη θέση του χαλίφη». Ένα τεράστιο χαμόγελο που σε κλάσματα δευτερολέπτου (μό-λις ξεκίνησε η λιτή σεμνή κομ ιλ φο ανακοίνωση) έγινε ο σπαραγμός του χάσαμε. θρήνος…
Δικαιωθήκαμε από άκρο σε άκρο. Ο λαός πέταξε τα σταγονίδια που διαφέραν, αυτήν την ανίερη υπουργό που ανέχτηκε ιστορικούς και όχι πατριώτες (άκουσον άκουσον) να γράψουν το βιβλίο της Ιστορίας. Και αυτόν το λαό αδιαμφισβήτητα τον εκφράζει από άκρο σε άκρο η συντρόφισσα Λιάνα χέρι-χέρι με τον (νομίζω) πρώην χρυσαυγίτη Βορίδη.
Λυπηθήκαμε (λυπάμαι που το λέω) που ο ΛΑΟΣ δεν έχει χιούμορ και κουλτούρα και επιπλέον είναι κάργα συντηρητικός. Δεν εξηγείται διαφορετικά που επέλεξαν 'Αδωνι Γεωργιάδη αντί Έφη Σαρρή. Καλύτερα δηλαδή είναι τώρα;
Προβληματιστήκαμε με όσους ψήφισαν οικολόγους. Δεν καταλαβαίνουμε. Δηλαδή τι μας λένε, μετά από τόσα σπίτια που κάηκαν να πάρει το κράτος τις μπουλντόζες για να γκρεμίσει και άλλα που σαν αυθαίρετα παρέμειναν; Νισάφι.
Κατανοήσαμε περίτρανα αυτό που ξέραμε και από παλιά. Στη νίκη όλοι μαζί και στην ήττα μόνος.
Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2007
Η αβάσταχτη ελαφρότητα του «Δημοκράτη»
…………………………………………………………………………………….
Αυτή την έλλειψη πληροφόρησης αναλαμβάνουν να καλύψουν τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας (ΜΜΕ), παρουσιάζοντας όμως διαφορετικές εκδοχές. Υπερασπίζοντας υποτίθεται το κοινό καλό, παίζουν το ρόλο του κόλακα και του συκοφάντη. Έτσι οι δικοί μας υποψήφιοι ¨σκίζουν¨ σε κάθε εμφάνιση, αποστομώνουν τους κακόβουλους και οι ¨άλλοι¨ υποτιμητικά γίνονται ο Γιωργ-άκης, Κωστ-άκης, Λογιστής, Ψεύτες, Αμερικανάκι και άλλα προσβλητικά σχόλια.. Τα ΜΜΕ που πρόσκεινται σε ένα κόμμα κολακεύουν τους δικούς τους και αντιμετωπίζουν μετά βδελυγμίας και ως κοινούς συκοφάντες όσους τους εναντιώνονται. Κάθε πλευρά κατηγορείται από την αντίπαλη, ότι είτε ψεύδεται κατά παραγγελία και κατά συνθήκη, είτε βάζει παρωπίδες στα κακώς κείμενα των δικών της. Το κομμάτι των Ενημερωτικών Μέσων που απομένει και δείχνει να εμφανίζεται λιγότερο δογματικό σε μια χρωματιστή πραγματικότητα αποτελεί μια θλιβερή μειοψηφία μπροστά στο σύνολο αυτών που παραμένουν κακόγλωσσοι
………………………………………………………………………………….
Αλλά και κατά πόσο και οι ίδιοι οι Πολίτες σκεπτόμενοι καλόβουλα και ψηφίζουν με γνώμονα το συμφέρον της χώρας, φαίνεται χαρακτηριστικά στη στάση που κρατάνε. Ποιος υποψήφιος θα τολμήσει να πει φανερά πχ ότι αναλαμβάνοντας ένα υπουργείο θα ευνοήσει περιοχή διαφορετική από τη περιφέρεια του γιατί αυτό επιτάσσει το Εθνικό συμφέρον και θα περιμένει να ξαναεκλεγεί; Πόσες περιπτώσεις έχουμε απειλών από οπαδούς ποδοσφαιρικών επιχειρήσεων (χιλιάδες ψήφους) ότι αν δεν γίνει το δικό τους θα μαυρίσουν το κόμμα; Υποσχέσεις και από τα κόμματα για μονιμότητα στους έκτακτους, δουλειά στους άνεργους, επιπλέον παροχές σε κάποιες ομάδες του πληθυσμού. Με απύθμενο θράσος κάθε ένας, κάθε ομάδα και κάθε περιοχή και μέσω των πελατειακών σχέσεων που υφαίνονται - επιδιώκει να τοποθετήσει ¨το δικό της¨ πρόβλημα και να προωθήσει τον ¨ντόπιο¨ υποψήφιο με κυριαρχούσα τη λογική ότι πάνω από όλα θα φροντίσει για τη πάρτη τους. (Εις βάρος ποιού; προφανώς κάποιας διπλανής περιοχής, άλλης επιχείρησης, άλλου υποψήφιου, άλλης κοινωνικής ομάδας και πιθανώς και με μεγαλύτερες ανάγκες) ……………………………………………………………………………..
Κατά πόσο ευνοούνται οι κάλλιστοι (επιστήμονες, λόγιοι, ποιητές, ερευνητές, τεχνοκράτες) που αυτοί κανονικά θα έπρεπε να απαρτίζουν τις λίστες των κομμάτων, φαίνεται από τους Αθλητές, Ηθοποιούς, Παρουσιαστές, Δημοσιογράφους και Καλλιτέχνες οι οποίοι και πετυχαίνουν εύκολα να εκλεγούν με πιθανότητα το μοναδικό προσόν που διαθέτουν να είναι η ευρύτατη δημοσιότητα τους. Η μάζα προτιμά αυτό που λάμπει, αυτούς που κραυγάζουν. Και καμιά παράταξη φοβούμενη την απώλεια ψήφων, δεν κάνει κάτι, για να προκρίνει περισσότερους από αυτούς που αποδεδειγμένα ασχοληθήκαν με τα κοινά έδειξαν ήθος και παρήγαγαν έργο.
…………………………………………………………………………….
Παράλληλα οι επαγγελματίες της επικοινωνίας αναλαμβάνουν να ρετουσάρουν την εικόνα του κάθε υποψηφίου. Τι γραβάτα να φορέσει, πόσα κιλά να χάσει, πώς να βελτιώσει τη προφορά, πώς να κουνάει τα χέρια, τις φωτογραφίες που θα δημοσιευτούν και φυσικά ποιες εικόνες θα εξαφανιστούν. (φαντάζεστε έναν πρωθυπουργό να σκαλίζει τη μύτη του;) Με λίγα λόγια εάν κάποιος είναι κακομούτσουνος ή είναι κουσουρλής όσο λαμπρό μυαλό και να κουβαλά, δεν έχει καμιά τύχη …
………………………………………………………………………………..
Το δια ταύτα:
σε ένα κοινό με ελλιπείς γνώσεις που βρίθει από ιδιοτελή συμφέροντα, φθάνει μια εικόνα που κανείς δεν γνωρίζει πόσο απέχει από την πραγματικότητα, μια στρεβλή εικόνα που ευνοεί μόνο τις κάμπιες.
Όχι δεν εμπιστεύομαι αυτή τη Δημοκρατία, ούτε όλους αυτούς που ψηφίζουν
(..άλλωστε και ο ¨παγκόσμιος¨ κυβερνήτης (Μπους) με παρόμοιες «δημοκρατικές» διαδικασίες προκρίθηκε).
«Ήταν που ήταν στραβό το κλίμα, το έφαγε κι ο γάιδαρος…»
Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2007
«Kάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας». Μάρκελλος στον 'Αμλετ
Είναι ακόμη νύχτα… απλώνω το χέρι να πάρω το κινητό, τι ώρα να είναι… 5.14 ακόμη, γαμώτο μου. Ο λαιμός μου με γδέρνει, μια φοβερή ατονία με καθηλώνει… Το μυαλό μου θολό σε κλοιό, ποιός ξέρει πάλι από ποια όνειρα ξέφυγα. Έχω μήνυμα… «θα είμαι Θεσσαλονίκη, αύριο, να βρεθούμε αν μπορείς». Σηκώθηκα, υπνωτισμένος έσυ-ρα το κορμί μου στην κουζίνα και έβα-λα νερό στο μπρίκι.
Θυμήθηκα… Πάνω από 20 χρόνια πέρασαν, αυτός νέο πρόσωπο στη πόλη, έμπλεξε στις φερεμόνες κάποιας της παρέας και με το ένα και το άλλο σιγά-σιγά κολλήσαμε. Ήταν ο μόνος της συντροφιάς που δούλευε «κανονικά» εκείνη την εποχή. Εμείς στο δικό μας πλάνο, εγκυκλοπαίδειες, τρίωρα στο 131, Δευτέρες διαλογή δελτίων του προπό, μεροκάματα στη λαχαναγορά και άλλες ανάλογες big business. Αυτός είχε διοριστεί από το κράτος σε ένα έργο που αφορούσε τη διάνοιξη ενός δρόμου πολλών χιλιομέτρων. Η δουλειά του ως επιβλέποντος μηχανικού ήταν να προστατεύει τα δικαιώματα του εργοδότη (του κράτους στην περίπτωσή μας) απέναντι σΆ αυτόν που ανέλαβε το έργο (μια μεγάλη τεχνική εταιρία). Να ελέγχει τις εργασίες, τα υλικά, αν όλα ήταν σύμφωνα με τις προδιαγραφές… Ήταν σχεδόν σαν χαμένος τη μέρα που με πήρε παράμερα να μου πει ότι πήρε μετάθεση σε ένα κωλονήσι.
Τον θυμάμαι κάθε φορά που ένας κυβερνητικός βγαίνει και δηλώνει για τα μέτρα και τους νόμους που προωθούνται για να προστατευτεί η χώρα μας από πυρκαγιές, πλημμύρες, για δέσμευση κονδυλίων για έργα, κάθε φορά που ακούω έναν υπουργό να απειλεί λάβρος καταπατητές οικοπεδοφάγους και άλλους με στόμφο και υφάκι «θα σας στείλω όλους φυλακή», όταν τους ακούω κορδωμένους να ξεστομίζουν: «θα πάρουμε αυστηρά μέτρα!».
Μην τα πολυλογώ, ο φίλος ανακάλυψε έκπληκτος ότι είχε μια καυτή πατάτα στα χέρια του. Τα χιλιόμετρα δρόμου σε βραχώδες έδαφος ήταν στη πραγματικότητα χωματάκι κατάλληλο για λίπασμα. Η σύμβαση όριζε ότι για κάθε μέτρο με μαλακό έδαφος το κόστος θα ήταν π.χ. 3.000 δρχ το μέτρο. Αν όμως έβρισκαν πετρώδες έδαφος, τότε το κάθε μέτρο θα κόστιζε στο κράτος, ας πούμε 30.000 δρχ. «Από χωράφια περνούσε καρντασάκι» έλεγε δακρύζοντας, «οι αλήτες, καταλαβαίνεις τι θέλουνε, κατέγραψαν ό, τι βρήκαν ως βραχώδες έδαφος, να ξεσκίσουν τον προϋπολογισμό υπερδεκαπλασιάζοντας τη τιμή… Και το φιλαράκι έτριξε τα δόντια στον υπεύθυνο του έργου… «Και δεν ξέρεις, τι έκανε ο αχρείος» μού είπε τρέμοντας από αγανάκτηση… «Ήρθε το βράδυ στο σπίτι μου νεροκουβαλητής με μια επιταγή τεφαρίκι. Το ποσό ήταν ιλιγγιώδες με 7 μηδενικά». Τότε ο βασικός μηνιαίος μισθός ήταν δεν ήταν 25.000-30.000… «Και τι έκανες;» τον ρώτησα. «Τον πέταξα έξω καρντασάκο! Θα την αλλάξουμε την Ελλάδα, θα τα εξαφανίσουμε αυτά τα σκουπίδια. Θα τους ξεσκίσω, μέχρι στο Υπουργείο θα φτάσω». Και τσίτωσε και μάλλον έφτασε, ιδεαλιστής γαρ ο φίλος.
Η ανταπόδοση ήταν «μια μετάθεση σε νήσο μακρινή».
Πριν από τρία χρόνια συναντηθήκαμε τυχαία στο σταθμό στο Χαλάνδρι και σεργιανίσαμε προς ένα κρασομάγαζο να ξετυλίξουμε το νήμα του χρόνου. Του είπα τα δικά μου, μου είπε τα δικά του. Εν μέσω οινοποσίας του θύμισα την ιστορία και τον ρώτησα τι θα έκανε σήμερα. «Πάλι το ίδιο θα έκανα, έτσι με μεγάλωσε ο γέρος μου, άλλο με χαλάει…». Και συνέχισε με άχρωμη φωνή «…σχεδόν σΆ όποιον από αυτούς που λένε "φταίνε οι πολιτικοί, επιτέλους κάτι να αλλάξει ρε παιδιά", έκανα το λάθος να διηγηθώ τη φάση, εισέπραξα ένα “…μπράβο μαλάκα”». Σήμερα σε πολλούς γύρισε τις πλάτες και ασκώντας το δικαίωμα ας πούμε της αυτοδιάθεσης, ζει σε ένα αγρόκτημα έξω από την Αθήνα.
Υπάρχει ηθικό δίδαγμα;
Δευτέρα, 03 Σεπτεμβρίου 2007
Αν ήταν στη φύση του ανθρώπου να αγαπά τον διπλανό του δεν θα υπήρχε λόγος να δοθεί η Βιβλική εντολή «αγάπα τον πλησίον σου»
ποια ήταν η μέρα που έγινα απαθής τηλεθεατής,
πότε ακριβώς νέκρωσαν οι αισθήσεις μου
και κατάντησα παρακολουθητής των γεγονότων,
δεν ξέρω...
Φωτιές, νεκροί, μια πρωτοφανής έλλειψη ικανότητας και αδυναμίας του κράτους να προστατέψει τους πολίτες και την ίδια τη χώρα. Κραυγές αγωνίας από παντού. Μηχανικά έπιασα τον εαυτό μου να επαναλαμβάνει, «..είναι κρίμα, γιατί τόσες ανθρώπινες ζωές». Αλλά η λέξη κρίμα δεν είχε βάθος, δεν είχε δάκρυ, παρά μόνο μια άνευρη συμπόνια που επέβαλε η λογική. Η λογική που σε μαθαίνει να συμπεριφέρεσαι κόσμια και να αντιλαμβάνεσαι χονδροειδέστατα τα γεγονότα. Το σαβουάρ βιβρ επιβάλει να δείξεις ότι σε νοιάζει.
Γιατί κατάντησα έτσι;
Το εύκολο είναι να πω ότι φταίει η βία που σερβίρεται καθημερινά, τα ΜΜΕ που έφτασαν μέχρι και να μεταδώσουν τηλεοπτικά έναν πόλεμο, η Τεχεράνη που καίγανε οι βόμβες, η ζωή η ίδια που έγινε τηλεοπτική σειρά και τα σήριαλ που έγιναν ζωή. Αποστεωμένα παιδάκια, αρρώστιες, βιβλικές καταστροφές εικόνες φρίκης, βασανιστήρια που στην αρχή σοκάρανε κατάντησα να τα αντιμετωπίζω παθητικά αδιάφορα με ασπίδα ένα θηριώδη παχυδερμισμό, ψελλίζοντας και πάλι …πόσα άδικο και κρίμα είναι.
Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο όσοι ναζί επρόκειτο να προαχθούν στα ανώτερα κλιμάκια αναλάμβαναν ένα μικρό γατάκι, να το ταΐζουν και να παίζουν μαζί του. Και ύστερα από ένα χρονικό διάστημα οι ανώτεροι απαιτούσαν από αυτόν που φρόντιζε το ζωάκι να του βγάλει τα μάτια…. Πόσο δύσκολο είναι να απαλλαγούμε από τον έσωθεν πρωτογονισμό μας;
Μήπως αυτή είναι η ανθρώπινη φύση;
Τι ακριβώς σημαίνει συμπονώ, με νοιάζει, υποφέρω; Τι έκανε ο ναζί που μεγάλωνε το γατί του και τι αυτός που δήλωσε συντετριμμένος από τις πυρκαγιές; Δεν είχε κέφι να φάει το βράδυ, να πηδήξει, να γελάσει; Περιφερόμενος στη πόλη, τη μέρα του Εθνικού πένθους και παρατηρώντας τα φουλαριστά μαγαζιά, τα χαριεντίσματα και την ιλαρότητα, κατέληξα στο συμέρασμα ότι όλοι όσοι λένε ότι κόπτονται, μάλλον πρέπει να πενθούνε ιδιωτικά, όταν επιστρέφουν στο σπίτι. Κανένα μαγαζί δεν έκλεισε από έλλειψη πελατείας, όλοι μαζί σε καφε μπαρ ταβέρνες και μπουζουκομάγαζα… πνίγανε το πόνο τους. (ταράχτηκαν και οι ταξιδιώτες που ομαδικά φεύγανε από τις φωτιές για να μη χαλάσουν τις διακοπές του!)
Ποιοι είναι οι ευαίσθητοι;
Αυτοί που σαν ύαινες οσφραίνονται αίμα και τρέχουν να αποκομίσουν οφέλη από την καταστροφή; Τα ερπετά που βρίσκουν ευκαιρία να εξιλεωθούν και να αναδείξουν την ¨ανθρώπινη¨ πλευρά τους μέσω χορηγιών, δωρεών και τηλεμαραθώνιους αγάπης;
«Σκατά στα μούτρα τους», θα έλεγε η γιαγιά μου αν ζούσε.
«Να σε κάψω Γιάννη μου, να σ αλείψω λάδι». Τζαμπαντάν προβολή.
Όποιος είναι μάγκας, όποιος βοηθάει, δεν το βροντοφωνάζει!
Θυμάμαι μια RD, σμπαράλια,
πεσμένη στην Εθνική και αυτοκίνητα να κόβουν ταχύτητα,
να βλέπουν το θέαμα και μετά να πατάνε γκάζι. Πέρασαν 20 λεπτά και πάνω από 100 γιωταχι μέχρι να σταματήσει κάποιος στα απεγνωσμένα σήματα που κάναμε, κάποιος που δεν τον ένοιαζε να λερώσει το πίσω κάθισμα από τα αίματα, ούτε για τον εργασιακό χρόνο που θα έχανε προκειμένου να μεταφερθεί το παλικάρι στο πλησιέστερο νοσοκομείο. Ο κύριος Θάνος καλή του ώρα, όπου και να βρίσκεται. Σήμερα αναλογικά οι υπόλοιποι 99 θα πενθούσαν (φυσικά) για τη δυστυχία που βρήκε αυτούς που κάηκαν.
Τρέμω μήπως κάποια καταραμένη ώρα,
αποκτώντας ανάλογες δημόσιες ευαισθησίες,
μου γυρίσει η βίδα και προσπεράσω (σοκαρισμένος βέβαια)
κάποιον που θα βουτάει στο αίμα του.
Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2007
αντιπαθητικές οι πόλεις που διώξανε τα αδέσποτα
Μετά τα τελευταία τέσσερα βράδια διακοπών που πέρασαν μεταξύ ύπνου-ξύπνου, επέστρεψαν με 1000 όλα τα άγχη σε μια κατευθυνόμενη απόπειρα να συντονιστώ με όσα είχα εγκαταλείψει προσωρινά. Αυτό που λέμε για να ¨επανέλθω στα νερά μου¨. Επέστρεψα απότομα στην αλαζονική θερμοκρασία του άστυ, στη σπίντα των τεχνητών υποχρεώσεων, να διασχίζεις δρόμους που κάνουν τα νεύρα σου τσατάλια, να περνάς πλάι σε όσους απέμειναν, από τα ρεμάλια που σέρνονται υπνωτισμένα στην πλατεία, αρρωστημένους μοναχικούς με τρελαμένο βλέμμα που σου ζητάνε κανένα τσιγάρο και σε στέλνουν πετώντας κι ένα Amor Fati (αγάπα τη μοίρα σου). Μαγαζιά Αυγουστιάτικα με κατεβασμένα τα κεπέγκια, μια ζέστη που εξουθενώνει κάθε διάθεση να κινηθείς και δημιουργεί τη πεποίθηση πως έφθασε η ώρα να εξαφανιστείς από τον κόσμο
Ακολουθώντας σαν σκύλος που έχει αφήσει τα χνάρια του τη διαδρομή σπίτι-γραφείο, άρχισαν οι επαναλήψεις. Βιαστικός χαιρετισμό με το γείτονα στις σκάλες, μαρσάρισμα στην ευθεία πριν βγεις από την Πορτάρα, κατηφόρισμα στο ρελαντί για χάζι στους κήπους του Πασά, παράνομη είσοδος στην Αγ. Δημητρίου από την κατηφόρα της Ευαγγελίστριας. Υπολόγισα ότι στα 3 χρόνια που καθημερινά κάνω την ίδια διαδρομή και να με γράψει κάποιος, απόσβεση χρόνου έκανα, αποφεύγοντας τη ρημαδοστροφή του Τούρκικου Προξενείου. Επέστρεψα στη καθημερινότητα μου, εισέπραξα τα ανταποδοτικά οφέλη της γνώριμης ρουτίνας, τη γλύκα της συνήθειας και τη βεβαιότητα ότι ο ουρανός της πόλης παρέμεινε στη θέση του όταν έπαιζα το σήριαλ διακοπές
Αγαπώ τη πόλη για αυτό που είναι. Δεν μ αρέσουν οι εκπλήξεις, για αυτό είναι εύκολο κάποιος να πλήξει μαζί μου. Αν πρέπει να επιλέξω τόπο διακοπών προτιμώ εκεί που έχω ξαναπάει. Ανήκω στην κατηγορία των βαρετών ανθρώπων που αναζητούν την ρουτίνα, απεχθάνονται τις αλλαγές, δεν τους αρέσει η εξοχή παρά μόνο φανατικά για εκδρομή, αποφεύγουν τις καταραμένες ενδοσκοπήσεις και έχουν έντονη την αίσθηση ότι σε όλα τα πράγματα μπορεί να υπάρχει κι ένα εύγευστο κομμάτι.
Και αυτό με ενθουσιάζει!
Με παροτρύνει να συνεχίσω.
Αντιπαθώ τις πόλεις που καταδιώκουν τα αδέσποτα, που δεν έχουν ψεγάδια. Τις ιδανικές κοινωνίες, άψογα διαμορφωμένες, που αποκλείουν τους παρίες. Αντιμετωπίζω με σκεπτικισμό αυτούς που φεύγουν αναθεματίζοντας και πάντα επιστρέφουν. Τρέμω την ώρα που θα ξεκινήσουν πάλι επιχειρήσεις τύπου Αρετή για να ξεβράσουν τα μιάσματα… να αποστειρώσουν τη πόλη, να αναμορφώσουν το αστικό τοπία από κάθε αξύριστο, άστεγο και κάθε τι μη ορθόν. Ίσως αν δεν κατεστρέφονταν η θρυλική Μπάρα, να ξεχαρμάνιαζαν εκεί οι θερμοαιμοι ερωτύλοι και να τη γλύτωνε η Θεσσαλονίκη από πολλούς επίδοξους εραστές
Μ αρέσει να ξυπνώ από όνειρα που έτσι κι αλλιώς δεν θυμάμαι και μηχανικά να ανοίγω το ράδιο να ακούσω τη πρωινή καλημέρα της Μαρίας Κοζάκου στο Δεύτερο. Πλύσιμο νευρικό 15 λεπτά να ατενίζω μισοκοιμισμένος τον κόσμο της μέρας. Βουτιά στον καναπέ να συνεχίσω κάποιο βιβλίο, δίσκος και ένα λιτό πρωινό που καταβροχθίζεται αφηρημένα στα τυφλά. Καφές σε φλιτζάνι με λεπτά χείλη και μετά ψάξιμο στη ντουλάπα του τι να φορέσω και σήμερα.
Κατά άλλους μια φθορά ένα γαϊτανάκι.
Για μερικούς πάλι είναι επιστροφή στις ευλογημένες συνήθειες που διόλου εξαθλίωση δεν είναι, αλλά μια σοβαρή προσπάθεια αφενός να κλείσεις ρωγμές που μπάζουν, αφετέρου σε εμποδίζουν να στουκάρεις με τη μηχανή σε έναν τοίχο
Επαναλαμβάνω συνέχεια ότι μπορώ να περπατώ, να μιλώ, να ακούω, να βλέπω, να μυρίζω, πράγματα απλά συνηθισμένα προβλέψιμα ... και μέσα στους ρύπους και το κυκλοφοριακό να απολαμβάνω σαν ανάσα τη πρωινή λιακάδα, το ανθισμένο γιασεμί, τον πρωινό καφέ και δεν με νοιάζει αν σκοντάφτω σε πεταμένα σκουπίδια.. Είναι η πόλη μου και τη ζω.
Έφυγα για τη δουλειά σήμερα το πρωί
σφυρίζοντας….
Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2007
Piu nessuno mi portera nel sud
Αργότερα τη συνέδεσα με τους έρωτές μου. Ήταν απ' τα μέρη που γούσταρα να πηγαίνω για σεξ. Έψαχνα με το παλιό μου Autobianchi, το οποίο -ειρήσθω εν παρόδω- είχα μετατρέψει σε 4Χ4, αφού δεν κώλωνε πουθενά. Κατέβαινα νυχτιάτικα ότι κατσάβραχο είχε η περιοχή για να πάμε σε απόκρυφα κολπάκια και απάγκιες παραλίτσες που δε θα μας έβλεπε άνθρωπος, για να βγάλουμε τα μάτια μας. Τόνωνε τη σεξουαλικότητα μου η αίσθηση αυτή. Ιώδιο, αρώματα απ' το τριγύρω πράσινο και συνάμα οι μυρωδιές απ' τα καμμένα λάστιχα, τη βενζίνη και την υπερθερμασμένη μηχανή του αυτοκινήτου. Μαζί με τις μυρωδιές απ' τη γυναικεία επιδερμίδα, ένα εκρηκτικό κοκτέιλ. Κι άντε μετά εξουθενωμένος και με ψύχραιμο πια μυαλό, να ξανανεβείς το κατσάβραχο οδηγώντας με μαεστρία, γιατί το ατύχημα εκεί σήμαινε να γίνεις ρόμπα. Όλοι γνωστοί είμαστε στην επαρχία και ως γνωστόν «οι άνθρωποι δε συγχωρούν αυτούς που από έρωτα εκπέσανε» (Δημήτρης)
.................................................................................................................................................................
…και άλλα πολλά συμπαθητικά μου έγραψε ο φίλος με τη διάθεση να συνομιλήσουμε με e-mail. Ήθελα να συνεχίσω το κείμενο του, να αντιπαραθέσω δικές μου μνήμες, να γράψω για την Αμοργό, τη Μήλο για ταξίδια με πλοία, για μέρες στις τροπικές θάλασσες του Κο-Τα και νύχτες στη παραλία του Κο-παγκάν, για βόλτες πλάι στα κύματα της Λισσαβόνας, τις ώρες που καθηλώθηκα στα παγκάκια στη παραλία της Θεσσαλονίκης αγναντεύοντας όσα ονειρευόμουνα, για γλάρους και μάτια υγρά σαν θάλασσα αλλά…Για να πεις για τη θάλασσα χρειάζεται κέφι και εγώ δεν έχω. Το μυαλό μου είναι θολωμένο από τη ζέστη και από μια καλπάζουζα καταθλιψάρα. Έμεινα με αργές σκέψεις να χαζεύω τα χρώματα στα παγάκια ενός γεμάτου ποτηριού γλυκιάς «ρετρό» Κουμανταρίας. Στα ξαφνικά άρχισα να στέλνω sms ρωτώντας αυτούς που με ανέχονται και μου ανοίγουν τη πόρτα τους μετά τα μεσάνυχτα τι σημαίνει για αυτούς η θάλασσα…
.......................................................................................................................................................................
Είναι ήχος συρτός πάνω στην άμμο, είναι μυρωδιά γαλήνης μέσα στη νύχτα. Είναι φεγγάρι πάνω από το καΐκι με τους Αιγύπτιους που τραγουδάνε. Ζευγάρι που κάνει έρωτα στα νωπά βότσαλα. Παιδί που γλείφει τα μωβιασμένα αρμυρά χείλη του, αφοσιωμένο στη μαγεία. Το μπλε της απεραντοσύνης (Κατερίνα)
.......................................................................................................................................................................
Τι να πω για τη θάλασσα…Δεν ξέρω…κάτι για το βλέμμα μας που βυθίζεται και κάτι για όλους τους μαλάκες που χαλάνε αυτή τη γαλήνη (Αλέκα)
.......................................................................................................................................................................
Μια αγάπη που είχα πριν χρόνια με οκτώ βαθμούς μυωπία, επέμενε να ανιχνεύει μαζί μου το βυθό χωρίς μάσκα., Όταν τη παρότρυνα να της δώσω τη δική μου, αρνήθηκε… « Έχω φτιάξει το δικό μου υδάτινο κόσμο, δεν θέλω να αλλοιώσω αυτή την εικόνα» (Θόδωρος)
........................................................................................................................................................................
Η Θάλασσα είναι το δοχείο της προαιώνιας και αμείλικτης ανθρώπινης μοναξιάς. Αυτή που εκπορεύεται από τη γαλαζωπή ψυχή μας την ώρα που μας συνέλαβε η μήτρα της μάνας. Διαλύεται για μια και μοναδική στιγμή, όταν αντικρύσουμε τη θάλασσα πρωί, ανάμεσα σε δύο βουνά, καθώς οδηγούμε προς, ή δυστυχώς από, το μοναδικό καταφύγιο της ελπίδας (Τίνα)
.......................................................................................................................................................................
Δεν έχω άλλες λέξεις να προσθέσω… μόνο εικόνες. Όπως αυτές του Σαββατοκύριακου στο καλοκαιρινό χαιρετισμό του CITY. Εμείς που πήξαμε με τη κακόγουστη επανάληψη των μπιτς παρτι στη Χαλκιδική απολαύσαμε κάτι ζωντανό που είχε χρώμα και ανάπνεε . Είδα μια θάλασσα ερωτική, θελκτική και επικίνδυνη, στα λικνίσματα των κοριτσιών. Ένιωσα τα κύματα (αν και ανίκανος να ακολουθήσω) στο ρυθμό που χτυπούσαν τα τύμπανα, στις φιγούρες των Βραζιλιάνων χορευτών.
Μόνο στο νου στροβιλιζόταν δαιμονισμένα το
Piu nessuno mi portera nel sud
(κανείς δεν θα με πάει στον Νότο)* .
Καλά να περνάτε
......................................................................................................................................................................
* Από το εξαιρετικό «αστυνομικό» ανάγνωσμα του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν «Οι θάλασσες του Νότου» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο…
Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2007
Με ερεθίζεις σεξουαλικά ...χάσου από τα μάτια μου
Την εξομολόγηση που ακολουθεί την παραθέτω ανώνυμα. «Πνίγομαι από σκέψεις που βαραίνουν τη διάθεση μου. Είναι μια περίοδος που δυσκολεύομαι αφάνταστα να χαλαρώσω. Μέσα μου τα κουτιά παραπόνων έχουν φουλάρει, δεν αντέχουν πλέον ούτε καν το βάρος ενός φτερού. Πετάω στο πάτωμα μαζί με το όποιο χιούμορ, τα βιβλία που υποψιάζομαι ότι φλυαρούν, απομονώνομαι ακόμη και από όσους με συγκινητικό ενδιαφέρον ρωτούν πώς, τι, γιατί».Αυτό που σου προκαλεί «φαγούρα» μπορεί να είναι μια αποτυχία, μια ατυχία, μια προδοσία, κάτι που το βιώνεις άσχημα, αλλά και μια ιδιαίτερα έντονη επιθυμία (πόθος) για κάτι. Λογικά αποφεύγεις να αγγίζεις ό, τι «σε αποσυντονίζει». Όταν υποστείς μια βλάβη, δεν θέλεις να έχεις καμιά επαφή με το παρασυρμένο κομμάτι του εγκεφάλου που υποφέρει, όπως δεν ανέχεσαι ούτε το πιο λεπτεπίλεπτο και ακριβό ύφασμα σε ένα δέρμα που γέμισε εξανθήματα και σε φαγουρίζει... Απασχολείς το νου με άλλα. Αν δεν σε εξιτάρει η συλλογή γραμματοσήμων, υπάρχει η μουσική, τα dvd, τα ευλογημένα βιβλία, η παρατήρηση πουλιών και αν είσαι οδηγός εν ώρα υπηρεσίας, μπορείς να δοκιμάσεις να μετρήσεις πόσους σκύλους συνάντησες στη διαδρομή, σκέψεις εποικοδομητικές όπως εκδρομή με τη θεία Αριστέα για να αποκτήσεις προβάδισμα από τους λοιπούς κληρονόμους και γενικά ό, τι μπορεί να σε απομονώσει. Δεν αποτελεί λύση να εξαφανίσεις αυτόν που θεωρείς αιτία του κακού σου. Αύριο θα ξανάρθει με άλλο πρόσωπο. Ο ποιητής το είπε «Όπου κι αν πας η πόλη θα σε ακολουθεί». Το πρόβλημα είναι εντός σου.
Όσοι είναι «αλλού», αναγνωρίζονται, κυρίως από την καλή διάθεση να φανούν ευγενικοί, επιδιώκοντας να αποφύγουν την περαιτέρω ενασχόληση μαζί τους. Κάποιοι στα όρια της κατάθλιψης τρέμουν στην ιδέα ότι μπορεί να χρειαστεί να δώσουν εξηγήσεις, να ξεσκεπάσουν τη κατσαρόλα που βράζει. Εξαιρουμένων των κατά φαντασίαν βαθυστόχαστων και των «κατά πριγκίπισσα με το ρεβίθι» χτυπημένων, μέσα στο πλήθος, αν προσέξεις, θα τους παρατηρήσεις να εκτελούν επιμελώς τα καθήκοντα τους, να αγχώνονται, αλλά ως εκεί. Τι κουβαλάνε, τι ποθούνε, τι υπάρχει κλεισμένο στη καρδούλα τους, οι ίδιοι τα ξέρουν. Για να ξεχαστούν, μπορεί να μπαινοβγαίνουν στην κόλαση μα αρνούνται να καταδικάσουν τη ρημάδα την κοινωνία ή την πόρνη την τύχη τους.
Ο Γερμανός μπρος στα ορμέμφυτά του προέταξε αλόγιστα το κατά ανάθεση θλιβερό του καθήκον. Τι υψηλή συναίσθηση του ρόλου και πόσο χαμηλή αντίληψη της αξίας του ανθρώπου! Με πόζα και εντελώς υποκριτικά το πρόβλημα μεταφέρεται στον άλλο, τι φοράει, πώς είναι η σωματική του διάπλαση. Και αν είναι συνάδελφος, αν είναι η ένοικος του διπλανού σπιτιού, το πρόσωπο που μας αναστατώνει, τι πρέπει να συμβεί… Κοντός ψαλμός αλληλούια! Τον κοινωνικά αξιοπρεπή βιαστή Παπαχρόνη τον προκαλούσαν οι γυναίκες με το ντύσιμο και τα τακουνάκια τους. Θρίαμβο φαυλότητας της υποκριτικής κοινωνίας μας, αποτέλεσαν οι χιλιάδες επιστολές κατανόησης που παρέλαβε κατά τη διάρκεια της φυλάκισης του.
Θεωρώ ύβρη που κάνει τη λογική να σφαδάζει, αυτόν που παραπονιέται ότι: επειδή του την σήκωνε κάποια εντός του περιβάλλοντος εργασίας (είχε βυζάρες η κυρία), δεν μπορεί να αποδώσει, γι αυτό απαιτεί να φύγει. Αν μοιάζει υπερβολικό το περιστατικό και άλλης, «κρύας» νοοτροπίας (εδώ θα είχαν πεταχτεί τα μάτια του Έλληνα έξω), αναλογικά για τη ντόπια ηθική «φταίει» η χ καλλίπυγος νεαρά που «επειδή κουνήθηκε» παρασύρθηκε ο ερίτιμος ανήρ. Πολλοί συμμερίζονται παρόμοιες κουλαμάρες.
Αν θέλετε να μάθετε τι έγινε στη συνέχεια, οι υπεύθυνοι των λεωφορειακών γραμμών, στρεψόδικα, αντί να απολύσουν τον ξινό, με ένα πρόχειρο μακιγιάζ δικαιολόγησαν απόλυτα τη στάση του… «Απαγορεύεται κατά οιονδήποτε τρόπο να αποσπάται η προσοχή του οδηγού από το καθήκον». Αναρωτιέμαι πόσο θεμιτό και τι προσφορά στην ανθρωπότητα θα ήταν η ανάθεση στη ρώσικη μαφία να καθαρίσει κάτι τέτοιους ηλίθιους...
Αλλιώς τι;
Να επικρατήσουν οι στυφοί και οι χαλβαδόμυαλοι;
Θέλει μια φιλοσοφική διερεύνηση το ζήτημα…
Ένας βλάκας, είναι ένας βλάκας,
αυτοί που τον δικαιολογούν όμως είναι και επικίνδυνοι
Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2007
Σαν τη Χαλκιδική πουθενά!
Σαν τη Χαλκιδική πουθενά: Τα σαββατοκύριακα το παθολογικό σύνδρομο των Θεσσαλονικέων είναι η Χαλκιδική. Μέγα μυστήριο της ζωής πώς ένα σωρό συντοπίτες μας, σε οποιοδήποτε παράδεισο μέσα στην επικράτεια και αν βρεθούνε στο τέλος θα πούνε την περίφημη πλέον ρήση που εκθέτει τη νοημοσύνη μας: σαν τη Χαλκιδική πουθενά...
Χρυσές αμμουδιές, σπάνια ομορφιά: Στις εξαιρετικά πολυσύχναστες παραλίες πας για να πάρεις μάτι την ομορφιά από κωλαράκια που έντεχνα μέσα σου εύχεσαι να ανήκουν στην ιδιοκτησία κάποιας που ιδανικά είναι sex-symbol, μουγκή, κουφή και ορφανή. Αλλιώς θα πρέπει να υποστείς τη σαχλαμάρα της, πως χθες στη διπλανή ξαπλώστρα ήταν η «παιρνωπίπες» εκφωνήτρια και πως στον Γρηγόρη τον γλυκούλη την έπεσε η ξανθηνινί παρουσιάστρια. Αντίστοιχης ιδιοσυγκρασίας συναισθήματα προκαλούν και οι λεμέδες με το βλέμμα «είμαι γλυκοτσούτσουνος» που φουσκώνουν επιδεικνύοντας τους κοιλιακούς που έχτισαν στα γυμναστήρια.
Δεκάδες ανεξερεύνητες μεριές: Αν για σένα το πιο εκνευριστικό πράγμα είναι οι παραλίες που βουλιάζουν από κόσμο, αν προτιμάς αντί για οφθαλμόλουτρο στους εγώ-παγώνι, μια πιο ειδυλλιακή γωνιά, γιατί ΑΓΑΠΑΣ τη θάλασσα, κάπου έχεις σταμπαρισμένη μια καβάντζα. Αλλά από κάπου θα σκάσει μύτη για μπάνιο οικογένεια που θα τσιροκοπάει η μάνα και ο Γιωργάκης θα κάνει τα νεύρα σου τσατάλια, ενώ αν περισσεύει θράσος θα σε πλησιάσουν για παρατήρηση γιατί κουβαλάς το σκύλο στη θάλασσα, γιατί είσαι γυμνός, γιατί…
Κορυφαία φιλοξενία: Αν δεν ανήκεις στους κατέχοντες τα εξοχικά αλλά στους έχοντες (θεωρητικά) περιθώρια να επιλέξεις τη διαμονή σου τότε θα νοικιάσεις ένα δωμά, που ο ιδιοκτήτης νομίζει ότι πρέπει να του πληρώσεις το στάβλο σαν «να χωρά 7 νομά». Αν καταλήξεις σε μια ξενοδοχειακή μονάδα έχεις σοβαρές πιθανότητες να σε αντιμετωπίσουν με ύφος «εγώ ρε τιποτένιε κωλοέλληνα, δεν θα έπρεπε να ήμουν εδώ να σε σερβίρω» Και αν όλα αυτά δεν σου τύχουν ή δεν τους δίνεις σημασία για να μη σου χαλά η διάθεση, εκεί που ιδανικά ξεφεύγεις κολυμπώντας, όλο και κάποιος μαλάκας με φουσκωτό ή ταχύπλοο θα τριγυρίζει.
Μικρά γραφικά ταβερνάκια: Αν εξαιρέσουμε αυτά που κρατάμε εφτασφράγιστο μυστικό από την πλέμπα, η πλειοψηφία έχει ποιότητα ΑΑΑΑΑΑ (ξεφωνητό που θα έβγαζε ο μέσος πολίτης αν ήξερε τι τρώει). Μόνη ελπίδα το σούρουπο να στρώσεις με μερικά ποτά που θα ξεφτιλίσουν την κρίση και θα επιπεδοποιήσουν τη μνήμη. Κωλύομαι για περισσότερα.
Χιλιάδες Θεσσαλονικείς ξέρουν: τι σημαίνει επιστροφή. Αν αμφισβητείς το νούμερο μπορείς να τους μετρήσεις περπατώντας. Τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα που παραμένουν εγκλωβισμένα στο οδικό δίκτυο της Χαλκιδικής έχουν τη δυνατότητα να κινηθούν, με 15 πόντους το λεπτό... Αλλά δεν είναι ευγενικό να χαμογελάς σαρδόνια επειδή εσύ έχεις μηχανή και προσπερνάς τόσα απελπισμένα πρόσωπα. Η ερώτηση που παραμένει αναπάντητη είναι: αφού όλοι έχουν γνώση τι σημαίνει επιστροφή, προς τι τόση απόγνωση;
Και γιατί πάμε Χαλκιδική: Οι φίλοι μου λένε γιατί είναι η γειτονιά μας, η επιλογή της καρδιάς μας, η αυλή των χρωμάτων που πάντα γυρνάμε, ένα μίγμα από αναμνήσεις και συγκινήσεις. Στιγμές, βλέμματα, τσακωμούς, ενδοσκοπίσεις, χαβαλέ, ξενοιασιά, που όσα χρόνια κι αν πέρασαν όσοι παρείσακτοι και να έχουν εισβάλει, έχει γεμίσει τις μνήμες μας.
Η καλύτερη απάντηση: την έδωσε μια φίλη, «ορισμένα μέρη και ορισμένους ανθρώπους τα έχω εγγεγραμμένα μέσα μου στην αρχική τους αίσθηση και κατά τρόπο αναλλοίωτο κάθε φορά προσέρχομαι σΆ αυτά με τη χαρά της πρώτης συνάντησης. Βρίσκω σε αυτά κάτι αρχετυπικά δικό μου κι είμαι σχεδόν τυφλή στις όποιες αλλαγές».
Και η προσωπική μου άποψη: Η Χαλκιδική είναι η προσωρινή είσοδος σε περίοδο διακοπών και η εβδομαδιαία έξοδος από την καθημερινότητα και τις ενοχλητικές σκέψεις. Μέσα της κρύβονται όλα αυτά που μας έχουν λείψει: το γέλιο, η ένταση και όλο το ραβαΐσι που κορυφώνεται τα βράδια. Αλλά πάνω από όλα θα ήμουν άθλιος, αν αποσιωπούσα ότι έχει τις καλύτερες αναλογίες στη Ελλάδα. Στατιστικά για κάθε χίλιους που αράζουν σε μια παραλία αναλογούν 20 που κολυμπάνε στη θάλασσα!
Τετάρτη, 04 Ιουλίου 2007
...της Πάρνηθας
Κάψανε την Πάρνηθα και έγινε χαμός… Πρώτο θέμα σε ειδήσεις, σε εφημερίδες, στην τηλεόραση, στη μπλογκόσφαιρα, η αυθόρμητη κουβέντα σε παρέες. Περιβαλλοντολόγοι, οικολόγοι, χτυπούνε τον κώδωνα, αραδιάζουν τις καταστροφές, όλοι με έκδηλη αγανάκτηση αποκαλύπτουν την ανικανότητα των υπευθύνων, οργίζονται, αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες.
Στην Αθήνα. (Γιατί, εδώ στη Θεσσαλονίκη, τα 500 χλμ απόστασης, φιλτράρουν ενδελεχώς τις καταστάσεις.)
«Μη μου τη λες για την Πάρνηθα…» με έκραξε χθες ένας γνωστός «…γιατί θυμάμαι και πόσο ζοριστήκαν οι Αθηναίοι, όταν καιγότανε το Σέιχ Σου. Μήπως όταν πέρυσι τυλίχτηκε στις φλόγες η Χαλκιδική δεν άκουσα από ένα χαιρέκακο ανθρωπάριο να λέει: Εμείς δεν έχουμε εξοχικά στη Κασσάνδρα». Ο σοφός λαός ακριβώς την ώρα που ξεχνά τον αρχαίο πολιτισμό, θυμάται τη βουκολική καταγωγή του και αναφωνεί: «μακριά από τον κώλο μας, κι όπου θέλει ας είναι». Αυτό που αποκαλύπτει μια φυσική καταστροφή, πέρα από το απογυμνωμένο τοπίο, είναι πως κάπου μπάζει ο πολιτισμός που ευαγγελιζόμαστε. (Η τρύπα μαντάρεται με τα νήματα της ψευδοηθικής.)
Το καταφανέστατο σκάνδαλο με τα ομόλογα αντιμετωπίζεται με τον αντίλογο του ηλιθίου, «…ξεχνάτε τι κάνατε εσείς τότε με το χρηματιστήριο»!!! Μια λογική που ουδείς ντρέπεται να χρησιμοποιήσει. Κινδυνεύει μια ομάδα από χρέη στο δημόσιο; Υπάρχει η απαίτηση να χαριστούν τα χρέη, γιατί έτσι έκαναν και σε άλλες ομάδες σε προηγούμενες εποχές! Χυδαιολογεί η αντιπολίτευση; Δικαιώνεται να χυδαιολογεί και η κυβέρνηση, εστιάζοντας στην πρωτοφανούς ανοησίας δικαιολογία, ότι… ο άλλος ξεκίνησε πρώτος! (Η κουλτούρα της χώρας σε νηπιακές επιδείξεις.)
Και όλα αυτά τα καταπίνουμε εντελώς φυσικά, όπως ακριβώς στα απάτητα βουνά φύεται η ρίγανη, το θυμάρι και στις πλαγιές ευδοκιμούν τα κωνοφόρα. Όλοι θέλουμε να αναπνεύσουμε την άγρια μέντα, να πλουτίσουμε ή να ξεφύγουμε από συνέπειες και νομίζουμε ότι αυτή τη στάση δικαιώνουν κάποιοι γνωστοί-άγνωστοι με τις πράξεις τους. Γιατί υπεύθυνοι μπορεί να είναι η αναλγησία της κυβέρνησης, οι προηγούμενοι, η ανικανότητα της πυροσβεστικής, ο πρόεδρος της ομάδας, ο γείτονας, η αντιπολίτευση, το δεδομένο είναι ότι φταίνε πάντα οι άλλοι! (Εκπαιδευόμαστε με τη κουλτούρα του «δεν φταίμε εμείς».)
Ξεσηκώνονται οι δήμοι στην περιοχή των οποίων προβλέπεται να εγκατασταθούν οι νέοι ΧΥΤΑ, απειλούν, κόπτονται για την προστασία του τόπου τους και… υποδεικνύουν τον διπλανό νoμό για να μεταφερθούν τα σκουπίδια. Η επικρατούσα πολιτική αντίληψη τι λέει; Να στείλουμε «δικούς μας» βουλευτές στο κοινοβούλιο να προωθήσουν τα συμφέροντα της «δικής μας» περιοχής. Ισχυρισμός που προβάλλεται ανερυθρίαστα από τα τοπικά μέσα. (Η κουλτούρα του εαυτούλη μας…)
Τι θα έκανες αν είχες τη δυνατότητα να αποκτήσεις ένα ταπεινό εξοχικό, μια μεζονέτα ή μια βίλα με πισίνα, κάπου σε ένα δάσος από έλατα για να πεταρίζει η αισθητική σου, μαζί με φιδαετούς, παπαδίτσες, καρδερίνες και σπίνους; Τι θα έκανες, αν αντίστοιχα σου προσέφεραν, ένα οικόπεδο παραθαλάσσιο, λίγο παράνομο κι αυτό, για να εγκατασταθείς, να συλλογίζεσαι τα βράδια και να αγναντεύεις τα γλαρόπουλα; (Χωρίς αγοραστές δεν υπάρχουν πωλητές.)
Κανείς δεν αμφιβάλει ότι οι έχοντες την οικονομική άνεση θα έπεφταν με τα μούτρα στο φιλέτο. Κάπου κοντά, θα εγκατασταθεί, ένας γείτονας να καταπολεμήσει την οικομοναξιά μας. Μη παραξενευτεί μετά κανείς αν κάποιος ξύπνιος δημόσιος λειτουργός της περιοχής, θα έχει αύριο καμιά πρωτοποριακή ιδέα πολυκαταστήματος εντός του δάσους με ντόπια προϊόντα! (Το να κάνεις «σόπινγκ» μέσα στο πευκόδασος είναι μαγεία.)
Οι «φυσιολάτρες», απαντούν με τον κομπασμό του όχι, «ποτέ δεν θα εκμεταλλευόμουνα το δάσος», αλλά δε γίνονται πιστευτοί, γιατί στην πραγματικότητα ξέρουν ότι ποτέ δεν θα έχουν τη δυνατότητα να το αγοράσουν. H λέξη «δάσος» μπορεί να αντικατασταθεί με «την εφορία», «την ευκαιρία να ξεχωρίσεις, να τα αρπάξεις» κοκ. (Οι πολίτες διαλέγουν αυτούς που θα τους κυβερνήσουν και το κράτος είναι τόσο ηθικό ή ανήθικό, τόσο βάρβαρο ή πολιτισμένο, μικρονοϊκό ή ευφυές, δίκαιο ή άδικο, όσο και οι μονάδες του.)
Το θέμα είναι διαβολικά απλό όσο και το ερώτημα:
«Αν ήσουν αόρατος θα λήστευες μια τράπεζα;»
(Οι απαντήσεις, που στη συγκεκριμένη περίπτωση βρίσκονται στα αποκαΐδια της Πάρνηθας, χαρακτηρίζουν το τσουρουφλισμένο ποιόν της μάζας των σημερινών Ελλήνων.)
Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2007
Οι απώλειες…
Υπάρχει κάπου ένα δέντρο. Τα τρυφερά του φύλλα θα τα φάει ένα ζωηρό σκουλήκι. Αυτό θα το αρπάξει ένα μικρό πουλί, το οποίο, με τη σειρά του την ώρα που τσιμπολογάει, θα πέσει θύμα, κάποιου τρωκτικού που αργά ή γρήγορα, θα καταλήξει στα νύχια ενός μεγαλύτερου πετούμενου. Όταν κι αυτό θα πίνει νερό δοξάζοντας το θεό του, θα ξεψυχήσει, στα σαρκοβόρα δόντια του αιλουροειδή που αναζητούσε ένα θήραμα για να ταΐσει τα μικράκια του, αν βέβαια δεν προλάβει κάποια μαντάμ να ενδυθεί το δέρμα του. Πάντα υπάρχει μια επέμβαση που βίαια εισέρχεται στο κύκλο της ζωής και δημιουργεί μια απώλεια που αποκαλούμε ατυχία, μοίρα, κισμέτ, γραφτό, κάρμα.
Αντικατάσταση της απώλειας δεν υπάρχει, αν και προσπαθούμε να καλύψουμε αυτό που χάσαμε με αναμνήσεις ή με υποκατάστατα. Αλλά η πικρή αλήθεια είναι ότι αυτό δεν γίνεται. Η πληγή, ο καλύτερος τρόπος για να επουλωθεί, είναι να αφεθεί να στεγνώσει, να γίνει σημάδι. Σαν τα τραύματα που έγιναν ουλές. Υπάρχει βέβαια πάντα ο πόνος, ιδιαίτερα στις νωπές πληγές που φυσιολογικά τον φοβόμαστε και αναζητάμε τρόπους να τον αποφύγουμε, εκτός από κάτι παρανοϊκούς που νεκρώνονται για να μη πονάνε, αλλά αυτός δεν είναι λόγος να κάνεις πλαστική στα σημάδια που συμβολίζουν τις αναμνήσεις σου. Όταν θα έρθει η ώρα τους μόνα τους βρίσκουν το δρόμο τους και εναποτίθενται στο ασυνείδητο του εγκεφάλου.
Σαν απώλεια νοείτε κάθε απομάκρυνση από την οπτική μας. Γεγονός είναι ότι πάντα κλαίμε για ότι «χάσαμε» (τα ψεγάδια όσων «απωλέσαμε», χάνονται μαζί τους). Γεγονός εξίσου αναμφισβήτητο όμως είναι ότι και κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος τι γίνεται μετά!
Ας δούμε τα πράγματα μέσα από ένα άλλο πρίσμα. Αν πάρεις βαθιά ανάσα και μετά κοιτάξεις γύρω σου, θα δεις πως όσες απώλειες και αν υπάρξουν, ο κόσμος πάντα εξακολουθεί να ανασαίνει τη γλύκα της βιολέτας, τις πανέμορφες αυγές, το κελάρυσμα των νερών στα βράχια, τα άνθη της μυρτιάς, το μεθυστικό κρασί, τον κρίνο, τη βοή του ανέμου. Αγαλλιάζει η σκέψη όταν ανεβαίνεις ψηλά στο βουνό, εισπράττοντας ενέργεια από όσα αγναντεύεις. Ο ήλιος όταν χαϊδεύει το κορμί μοιάζει σαν τρυφερό άγγιγμα αγαπημένου προσώπου. Και πόσες φορές όταν είσαι κάτω από τον έναστρο ουρανό, δεν σου φαίνεται ότι ένα αστέρι σε σημαδεύει σαν κάτι να θέλει να σου πει; Πόσες φορές ένα ρεύμα αέρα μια ανεπαίσθητη αλλαγή στην ατμόσφαιρα δεν φέρνει στη μνήμη μας, αναμνήσεις, αγάπες, προειδοποιήσεις (αυτό που ονομάσαμε διαίσθηση). Δεν μπορεί να είναι ονειροφαντασία όλα αυτά που μας αγκαλιάζουν. Μήπως αυτή η απομάκρυνση, που τη λογίζουμε για ήττα, είναι μια νέα αρχή;
Παρόλο που λέμε ότι είμαστε σκεπτόμενα πλάσματα εν τούτοις η ματιά μας είναι απαίδευτη και η ψυχή ακαλλιέργητη, αδυνατώντας να πιστέψει κάτι άλλο από αυτό που μάθαμε να θεωρούμε προφανές. Ίσως όμως τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται, ίσως τίποτε να μη χάνεται στα αλήθεια. Ίσως στα άψυχα αντικείμενα, στα πλατάνια, στα κύματα, στον ορμητικό χείμαρρο να καταφεύγουν οι χαμένες ψυχές. Μια ακατέργαστη πέτρα γίνεται έργο τέχνης από κάποιον εμπνευσμένο καλλιτέχνη και προορίζεται να επιζήσει μετά από τον θάνατο του. Κρατάει τη ζεστή πνοή της αθανασίας του δημιουργού του και όχι μόνο. Στην μαρμαρυγή των χρωμάτων κρύβονται κάποια λατρεμένα πρόσωπα που συνδέθηκαν μαζί τους. Ίσως πάνω τους, στο ξύλο, στους κόκκους της άμμου αντανακλώνται κάποιες άλλες ζωές, η μια στιγμή μόνο που έπεσε το βλέμμα ή ακούμπησε η αύρα ενός ανθρώπου. Σ’ ένα άπειρο σύμπαν που θαμπώνει με την αρμονία του, μπορεί να κρύβονται οι ζωές αυτών που έχουν χαθεί, χώρος υπάρχει άφθονος για όλους.
Κάτι που χάνεται, μοιάζει να γεννιέται αλλού. Μήπως όλα γύρω μας δεν ευδοκιμούν μεταθανάτια; Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι ο νεκρός καρπός που πέφτει από το δέντρο στη γη είναι ο σπόρος που μέσα του ξεπηδά μια νέα ζωή; Αυτό που ευδαιμονικά γευόμαστε γίνεται κοπριά για να καρπίσει κάτι άλλο. Η ίδια η φύση διαλαλεί μια ακατάσχετη ελπίδα. Ίσως τελικά κάθε απώλεια να επιστρέφει μοιρασμένη σε πολλές άλλες μορφές για να έχουμε περισσότερες πλευρές της να αγγίξουμε.
Συσσωρευμένη γλύκα εισπράττεις από το κόκκινο της φράουλας, το πέταγμα ενός γλάρου, τη γεύση μιας ρόγας σταφυλιού, τη μυρωδιά του φασκόμηλου και το ρουμπινί του ροδιού. Λάδι καίμε στο καντήλι για να ησυχάσουμε αυτόν που αμετάκλητα χάθηκε και στο λάδι βουτάμε το ψωμί που τρώμε για να ημερέψουμε τη πείνα μας.
Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2007
Άνθρωπος = εκδικητικό ζώο
Πάνε 25 χρόνια από τότε αλλά το θυμήθηκα πρόσφατα. Ήταν Κυριακή απόγευμα στη μεγάλη επιστροφή από Χαλκιδική, στον παλιό το δρόμο με τις δυο λωρίδες κυκλοφορίας. Με την τρέλα της ηλικίας και μπροστά στην σχεδόν ακινητοποιημένη ουρά, βγήκαμε στο αντίθετο ρεύμα και αρχίσαμε να καταπίνουμε τα χιλιόμετρα. Όταν στο βάθος του δρόμου εμφανίστηκε ένα λεωφορείο, όπως ήταν λογικό, επιχειρήσαμε να επανέλθουμε στη λωρίδα μας. Και εκεί συνέβη το εξής εκπληκτικό. Σχεδόν όλοι οι νομιμόφρονες οδηγοί με φρένο - γκάζι προσπαθούσαν να αποτρέψουν την επαναφορά μας, στο δε μεγαλύτερο άνοιγμα που υπήρχε, ένα Opel με μια χαρακτηριστική μανία, στην προσπάθειά του να μας εμποδίσει, κόντεψε να πέσει στο μπροστινό σταματημένο όχημα. Αποτράπηκαν τα χειρότερα χάρη στην ετοιμότητα του λεωφορειοδηγού που κατάφερε, πατώντας έγκαιρα φρένο, να σταματήσει σχεδόν ένα μέτρο μπροστά μας. Βγήκαμε έξω, η θείτσα από το Opel ανέβασε βιαστικά το παράθυρο και με έκδηλη ευχαρίστηση ενώνοντας τις άκρες των δαχτύλων από το δεξί χέρι έκανε μεγαλοπρεπέστατα την κίνηση από το ύψος του λαιμού προς την κορσεδένια κοιλίτσα της βελάζοντας ένα «ωχχχ καλά να πάθετε».
Μια παρέα από 20χρονα ήμασταν που κάναμε πολλαπλά λάθη στην απόπειρα να γνωρίσουμε, να αντιδράσουμε, να δοκιμάσουμε. Μπορεί την εποχή εκείνη να φερόμασταν ανόητα ή να υπήρχε κάποιος λόγος που βγήκαμε στο αντίθετο ρεύμα για να προσπεράσουμε όλη αυτή την ουρά. Οι άλλοι οδηγοί ενσυνείδητα και με φανερή προσπάθεια εμπόδισαν την απόπειρα να επιστρέψουμε στο ρεύμα μας. Ακόμη αναρωτιέμαι αν έπρεπε να σκοτωθεί κάποιος προς τέρψιν της νομιμοφροσύνης. Από τότε αυτό το «καλά να πάθεις» το συναντώ συνέχεια μπροστά μου.
Πρόσφατα στην τηλεόραση παρακολουθήσαμε το βίντεο από το βασανισμό δύο «αλλοδαπών» κρατουμένων ( η «μη ρατσιστική» κοινωνία μας φροντίζει να έχει σχεδόν πάντα κάποιον διαχωρισμό για τους παραβάτες, αλλοδαπούς, τσιγγάνους, αλλόθρησκους, ψυχολογικά ασθενείς, αναρχικούς, σατανιστές). «Γιατί πήγατε να κλέψετε τη γυναικούλα ρε;», ακουγότανε μια φωνή και ξεκινούσε το παιχνίδι με τα σκαμπίλια. Αντίστοιχα και το θύμα όταν παρουσιάστηκε στην οθόνη δεν μπορούσε να κρύψει την ηδονή του... καλά να πάθουν... Και αναρωτήθηκα πόσο εκδικητικά τέρατα μπορούμε να γίνουμε;
Αιώνες ιστορίας έχουν να επιδείξουν την οπισθοδρόμηση του πολιτισμού με τις συγκεντρώσεις του πλήθους για να παρακολουθήσουν τον εξευτελισμό αυτού που, κατά τους κοινωνικούς νόμους, έσφαλε ή πήγε ενάντια στις συνήθειες της εποχής. Και όπως σε αρχαία αρένα έτσι και σήμερα στην τηλεόραση συγκεντρώνεται το πλήθος να παρακολουθήσει την αποπομπή, τον ηθικό ξυλοδαρμό. Η αθώα άκακη γυναικούλα, ο συμπαθητικός γεράκος, ο φιλήσυχος οικογενειάρχης λυσσάει για εκδίκηση, μοιάζει να δικαιώνει την ύπαρξή του, όταν ακούει τις ποινές που επιφυλάσσονται στους παραβάτες.
Τι στα αλήθεια κρύβεται πίσω από την ψυχοπαθολογία του «καλά να πάθεις» και γιατί κυρίως στο πιο φιλήσυχο αλλά και ψευδεπίγραφο κομμάτι της κοινωνίας προκύπτει μια αγαλλίαση από την τιμωρία του άλλου... Το «καλά να πάθεις» έχει εφαρμογές σε κάθε σελίδα που γυρνάς, όταν παίρνεις μια απόφαση. Ο φίλος, ο συγγενής που σου έλεγε μην αντιδράς, μη διεκδικείς, μην ανοίγεσαι επαγγελματικά, μην επιθυμείς, μη ρισκάρεις, μην επεκτείνεσαι, μη διαμαρτύρεσαι, μην κάνεις κάτι νέο, μην ταράζεις τα νερά, μη μη... αισθάνεται δικαιωμένος μόνο μέσα στη αποτυχία σου. Στα έλεγα εγώ, τώρα καλά να πάθεις. (Χαζός είμαι εγώ που κάθομαι στ αυγά μου;)
Εάν αυτή η εμπάθεια δεν είναι παθολογικό σύμπτωμα, τότε θα πρέπει να παραδεχτούμε πως η χολεριασμένη αντίδραση είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπινου γένους. Και εάν δεν είναι έμφυτη, τότε είναι επίκτητη. Το καλοσυνάτο θύμα αν είχε τη δύναμη, θα αυτοδικούσε με πάθος και αγανάκτηση. Έπραξες λάθος, πρέπει να υπάρξει τιμωρία. Αιώνες πολιτισμού και διδαχές θρησκειών εν ριπή οφθαλμού καταρρίπτονται, αν σου πάρει ο άλλος το παρκάρισμα, αν σου φάει τη θέση στη σειρά. Απώλεια και τιμωρία. Εκπαιδευόμαστε με γνώμονα την απώλεια του χαμένου παραδείσου και την τιμωρία της κόλασης.
Και όταν στέκεις παραπέρα ως απλός θεατής, τι στερείσαι εσύ όταν ο άλλος αποτύχει ή σφάλει; Τίποτε απολύτως. Απλά δεν υπάρχει πουθενά χώρος για επιείκεια, αγάπη, για μια αγκαλιά. Μετά την πρώτη αντίδραση βέβαια, όταν αρχίσουν οι πληγές να τρέχουν και εμφανίζονται οι συνέπειες από το αίμα που ζητεί το πλήθος, τότε που ο θύτης γίνεται θύμα του συστήματος, πέφτουν και τα πρώτα κροκοδείλια(;) δάκρυα συμπαράστασης.
Βαθιά μέσα όμως, έχει ριζώσει για τα καλά εκείνο το «καλά να πάθει».
Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2007
Οι απώλειες της χρυσαλίδας
Ο άνθρωπος είναι μια γκρίζα κάμπια, που εφορμά στη ζωή εν πρώτοις μπουσουλώντας. Κανακεύεται και εκπαιδεύεται αρχικά, μαθαίνοντας να υπακούει σε νόμους, κανόνες, διαχωρίζοντας το σωστό από το λάθος, το επιτρέπεται από το απαγορεύεται, το ηθικό και το ανήθικο. Και σαν αλογάκι που του δίνουν ζάχαρη περιμένει την ανταμοιβή του (όντας μέσα στους κανόνες) που ποικίλει, ένας στόχος, ένας σκοπός, ένα πρόσωπο, μια ιδεολογία, ένα γάμο, παιδιά, να πετύχει.
Αποκτά το κουκούλι του, τρέφοντας ελεγχόμενα στέρφα πάθη. (Μεγαλώνοντας οι κάμπιες αλλάζουν δέρμα σαν το φίδι και γίνονται αδηφάγες.)
Ξαφνικά, όπως στο σινεμά, από μια ατυχή συνάντηση της μοίρας, ένα καπρίτσιο της τύχης, θα μπει η τρικλοποδιά, εκεί που δεν το περιμένει. Πολλαπλές οι μορφές του πεσίματος, προβλήματα υγείας, οικονομική καταστροφή, εγκατάλειψη σημαίνοντος προσώπου, δημιουργούν το πρώτο τραυματικό κενό. H έγκλειστη σε σκοπούς και στόχους χρυσαλίδα, αγωνίζεται να υπερασπίσει για ό, τι κόπιασε! (Έναν έρωτα, μια δουλειά, μια περιουσία, μια φήμη, όλα όσα δηλαδή «νόμιμα» ανήκουν στην ιδιοκτησία της).
Εξανίσταται με την αδικία («γιατί σε μένα να τραβήξω τον πρώτο λαχνό της γκαντεμιάς;»). Υποφέρει, χάνει την αυτοπεποίθηση και ενίοτε στην προσπάθεια που κάνει να μη γίνει κουρέλι, γίνεται το πιο χολερικό πλάσμα που κυκλοφορεί. Μαθητεύοντας στον πόνο, σωματικό, ψυχικό, έχει ήδη κερδίσει το νόμιμο δικαίωμα της διαμαρτυρίας! Άλλες φορές μετατρέπεται σε drama - queen και με αλμοδοβαρικές πρακτικές, συνηγορούντος του αλκοόλ και της νικοτίνης προσπαθεί να αναπληρώσει, να εκδικηθεί, να πάρει το αίμα του πίσω. Άλλοτε πάλι καλλιεργεί την αδυναμία του αυτοβασανιζόμενος με αποτέλεσμα τη χρεοκοπία και σε άλλους τομείς. Σύντομα διαπιστώνει ότι πολλοί είναι αυτοί που απομακρύνονται από δίπλα του, γιʼ αυτό και αναμασά πόσο κίβδηλοι είναι όλοι. Αλλά πάντα, κάθε ξεπεσμός βιώνεται μέσα από μια μορφή προδοσίας. Πάνω απʼ όλα νιώθει μια τανάλια να ξεριζώνει κάτι από μέσα του. (Το συμπλήρωμα του κενού γίνεται βεβιασμένα με αναμνήσεις, κατάθλιψη, αναθέματα, αστοχίες και άλλα υποκατάστατα, με συνέπεια να μη κάνεις τίποτε άλλο από το να εκτρέφεις σκουλήκια που κατατρώνε τη σάρκα.)
Και τότε σε κάποιους συμβαίνει το απίθανο… Σπάνε το πρώτο χαμόγελο. (Πόσο ανώμαλο είναι να χαμογελάς τέτοια ώρα;). Όμως οι καταστροφές που συγκλόνισαν και κυριολεκτικά διέλυσαν όσα τόσα χρόνια πάσχιζε κάποιος να υποδυθεί και να αποκτήσει, είναι σαν να του ανοίγουν τα μάτια. Σχεδόν μαγικά αντιλαμβάνεται ότι (ξανα)ανακαλύπτει τη ζωή, τις αξίες, τον έρωτα, εν τη απουσία τους. Αλλόκοτη περίπτωση, όταν η απώλεια είναι το μέτρο. Η αφαίρεση. Ο σπαραγμός μιας ψυχής. Οι ίδιες ήττες, αυτές που επανελήφθησαν στους πολέμους που έκανε, γεννήσανε και την κυριαρχία κάποιων πραγμάτων που μετράνε αλλιώς. (Το αντιλαμβάνεσαι όταν κατανοείς ότι η τρελή χαρά που δείχνουν όλοι είναι περισσότερο κούφια από τον παλιό χαλασμένο φρονιμίτη σου.)
Εκεί που διεκδικούσε θωπείες, αξιώματα, στεναγμούς, ευμάρεια υλική, προκύπτει η απώλειά τους. Και νιώθει να γεμίζει, όταν τα χάνει από τα χέρια του. Εντελώς ασύμμετρο αυτό που συμβαίνει. Αναρωτιέται... καλά ήμουν εντελώς τυφλός; Ο πόνος, επιστρέφει τη χαμένη ικανότητα να απολαμβάνεις με μια έσωθεν οπτική την αμεσότητα της όρασης, της αφής, της γεύσης. Στην απώλεια ενσαρκώνεται το μεγαλείο της ζωής, που δεν εξαντλείται από όσα και αν έχεις χάσει, στο δράμα ξεκινάει η κάθαρση. Είναι η ώρα που αναδύονται τα μεγάλα μυστικά. Η ματιά του μελλοθάνατου διψά για ζωή σε αντίθεση με αυτόν που τσαλαβουτάει μέσα της αγνοώντας ότι κολυμπάει στο μέλι. Ποιος μπορεί να εκτιμήσει καλύτερα το χρώμα του ουρανού από αυτόν που τo στερείται; (Πράγματα που αγνοούσες, που παρέλειπες κι έλεγες «δεν έχουμε χρόνο για αυτά τώρα, άστα για αργότερα», οράματα επιστρέφουν να σε πάρουν από το χέρι να σου δείξουν αξίες, μυρωδιές.)
Το επόμενο στάδιο είναι να κατανοήσει κάποιος ότι οι απώλειες είναι οι συνέπειες μια μεταβατικής φάσης. Το τρύπημα του κουκουλιού, μπορεί να είναι η απώλειά του, αλλά είναι επίσης και το αναμφισβήτητο γεγονός, ότι από μία γκρίζα και έρπουσα κάμπια προέκυψε μια αστράφτουσα πεταλούδα. Όχι βέβαια ότι απαραίτητα ξεφεύγεις! Ο νόμος που ισχύει είναι ο δαίμονας που σε κυνηγά να παίρνει κι άλλες μορφές, εφευρίσκοντας πολλαπλούς τρόπους που βαθαίνουν τις παλιές πληγές. (Αλλά τι νόημα θα είχε η ομορφιά της ζωής, αν εσύ δεν βουτούσες μέσα της και αν αυτή δεν μπορούσε να σε ξεκάνει…)
ΥΓ1 Η χρυσαλίδα που δεν τρυπάει το κουκούλι, πεθαίνει εκεί μέσα!
ΥΓ2 Υπάρχει μια ασυνέχεια με την προηγούμενη εβδομάδα, αλλά επιδιορθώνεται: όποιος επιθυμεί κάνοντας ένα νεύμα μπορεί να παραλάβει με mail, κάποιες προτάσεις με (κατ' εμέ) ενδιαφέροντα βιβλία που επιδέχονται και μια δεύτερη ανάγνωση.
Τρίτη, 12 Ιουνίου 2007
Αυτά που σε αποξενώνουν πάντα θα σου γλυκομιλάνε
Μια ήπια πτώση από την κυριακάτικη εξόρμηση με μηχανές με κρατάει εσώκλειστο με τα νεύρα να τριγυρνάνε απρόσκλητα πάνω από το κεφάλι μου, αναζητώντας θέμα για να γράψω. Όταν δεν έχεις κέφι, είναι μαρτύριο. Ψάχνεις αφορμές, αναζητάς να κλέψεις λέξεις, αλλά το αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές είναι άθλιο.Δεν ήθελα να το ζορίζω πολύ, προτίμησα να κάνω ανακωχή και με αφορμή την έκθεση βιβλίου στην παραλία είπα, με έπαρση, θα ξεπετάξω τη σελίδα, γράφοντας για τα αγαπημένα βιβλία και μέσα στην επικαιρότητα θα είμαι. Κατανόησα πού έμπλεξα μόνο όταν κατέβασα καμιά 50αριά από τη βιβλιοθήκη και για ένα σχεδόν τρίωρο χάθηκα στις σελίδες τους, σε υπογραμμίσεις, ψάχνοντας κάποια αγαπημένη παράγραφο, ή αναζητώντας την ηδονή να ξαναδιαβάσω ένα κεφάλαιο. Η απόσταση από τη χρονική στιγμή της ανάγνωσης λένε κάνει καλύτερη την κρίση. Απλοϊκή σκέψη! Μόνο το μάτι δεν χορταίνει! Πώς να διαλέξεις, σε πόσα να περιορίσεις τη μεροληψία σου; Πόσα να αδικήσεις, όταν τα αγαπημένα τρίζουν από το βάρος τους…
Αποξενώνεσαι, έλεγε η μάνα μου, δεν με προσέχεις έλεγαν οι σχέσεις μου. Πώς να απορρίψω όλα αυτά που με μεγάλωσαν, να κάνω πως δεν βλέπω τα κολλητάρια μου; Και τα βράδια σε ποιες σελίδες να χωθώ αν σήμερα τις περιφρονήσω; Και στρεψόδικα, αποφάσισα να γράψω τουλάχιστον για όσα κατέβασα. Μια κραυγαλέα περίπτωση, που για να μη προσβάλεις τις μνήμες σου κάνεις την αδυναμία να επιλέξεις να μοιάζει συνετή. Κανονικά υπολόγιζα πως θα αράδιαζα μερικούς τίτλους και καθάρισα. Αλλά πώς να παραθέσεις ξερά έναν τίτλο και να μην πεις μια κουβέντα, να αντιγράψεις δυο λόγια, να υμνήσεις τον συγγραφέα που γουστάρεις, να εστιάσεις στα ιδιαίτερα γνωρίσματα. Πώς να εξηγήσεις γιατί, ενώ εσένα μπορεί το στομάχι σου να γίνεται κόμπος, στον παραδίπλα μπορεί να προκαλεί βαρεμάρα. Ξεκινώ χωρίς κάποια σειρά και αξιολόγηση παίρνοντας από τη στοίβα ένα στη τύχη:
Το «Κάστρο της μνήμης» (Καστανιώτης) είναι ένα λογοτεχνικό μνημείο προς τιμήν της Ελλάδος, έγραψε η LE MONDE. Ένα βιβλίο για τη διαφύλαξη της συλλογικής μνήμης των Ελλήνων, της ταυτότητας και της γλώσσας γράφει με σοβαροφάνεια στο οπισθόφυλλό του το δελτίο τύπου. Λέω ότι διαβάζεται, συγκινεί και σε κάνει να ζηλεύεις που δεν ήσουν εκεί, ένα από τα παλικάρια του Κώστα Μπέκα, στο μικρό και άσημο Παλιόκαστρο, να πάρεις μέρος στη μάχη. Ο ίδιος ο συγγραφέας, ο Άρης Φακίνος το θεωρεί το σημαντικότερο έργο του μέχρι σήμερα.
<Το δικό τους δένδρο είχε έξη ορόφους και ήταν πάνω στην Αγίου Δημητρίου. Τρύπα ευρύχωρη με δύο δωμάτια και ένα σαλόνι σαν χελιδονοφωλιά… Εκεί για χρόνια ένας γερο-καθρέφτης τους έλεγε ψέματα, όταν τον ρωτούσαν αν υπάρχει πιο όμορφο μέρος στον κόσμο έξω από τη φωλιά τους.> Βορειοελλαδικός ο χώρος, Μακεδονία, Θεσσαλονίκη. Ισίδωρος Ζούργος «Στη σκιά της πεταλούδας». Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τους αποτυχημένους. Επέλεξα να το κάνω μέσα από ένα ιστορικό μυθιστόρημα….
«Σύνδρομο αγοραφοβίας» (Καστανιώτης), Κωστή Παπαγιώργη. Διανοούμενος, συγγραφέας, αιρετικός, αιχμηρός, στοχαστής, όλα στον υπερθετικό βαθμό… Η πέμπτη σελίδα του σαββατιάτικου «Επενδυτή», ο οπαδός-αρθογράφος του αθηναϊκού Lifo, και η πρώτη σελίδα για να διαβάσεις στο Αθηνόραμα. Αλκοολίκι για τους φανατικούς οπαδούς του η γραφή του. Αριστουργήματα τα βιβλία περί μέθης, ζήλειας, τη φιλία, για τους νεκρούς, τον πόλεμο. Διάλεξα το συγκεκριμένο, γιατί ήταν αποκαλυπτικό σε μένα για τον συγγραφέα που η ζωή του διόλου δεν απέχει από τη σκέψη του.
Ο Μάνος, η Αριάγνη, ο Γαρέλας, η Μπατ, η Έμμη, ο Αδάμ, ο Αβδουλμετζήτ, η μαυλιστική αφή ενός γυναικείου στήθους, οι νερατζιές, η Αλεξάνδρεια, το ταβερνάκι στο Επταπύργιο, τα μενεξελί μάτια της Λαίδη Νάνσυ, το χέρι μου να ξεχαστεί αν ποτέ σε ξεχάσω Ιερουσαλήμ, ο Μαχητής, η Λέσχη, οι κομμένες κεφαλές, ο Γιούνες, το ζικρ, τα λα Ιλλάχα ιλλ Αλλάχ, η Ελληνική Ταξιαρχία, το Ανθρωπάκι... Αν κάποτε έμπαινε το άθλιο δίλημμα να κρατήσω μόνο ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη μου, με κλειστά τα μάτια θα διάλεγα από την τριλογία του Τσίρκα, Ακυβέρνητες πολιτείες «Η Λέσχη», «Αριάγνη», «Νυχτερίδα» (Κέδρος). Κάποιος φίλος με χλεύαζε όταν έλεγα ότι τα έχω διαβάσει πάνω από 7-8 φορές και όταν τα δάνεισα κάποτε σε μια πρώην αγαπημένη κι άκουσα ένα ανόητο σχόλιο εννόησα γιατί δεν με ενόχλησε που έγινε πρώην.
Συνεχίζονται την επόμενη εβδομάδα
Παρασκευή, 01 Ιουνίου 2007
τα σαλιγκάρια βγαίνουν εκδρομή
Άγνοια ή αυθάδεια;
Τρία σαλιγκάρια μου κόβουν το δρόμο.
Σαδιστικά μπαίνω σε ένα πειρασμό να διαψεύσω το μέλλον τους! Έτσι που τα βλέπω κατάκοπα με ελκύει να γίνω θεός στα μάτια τους, να τα σηκώσω από τη μέση της διαδρομής και να τα ακουμπήσω σε ασφαλή άκρη. Αραγε κάνανε την προσευχή τους σήμερα; Δαγκώνω τη γλώσσα μου που το σκέφθηκα... Οι καλύτερες μέρες είναι πάντα αυτές που ένα αόρατο χέρι προσφέρει ό, τι δεν περιμένεις, έχοντας προηγηθεί αέρας να φυσά, βρόχη και ύστερα πάλι ήλιος. Τι άλλο να είναι αυτές οι μέρες, παρά ένα χάδι στα ακάλυπτα μέρη του κορμιού, ένα κάψιμο και μια γουλιά που ξεδιψά. Μια ανάσα από χείλη που κολλήσανε στο λαιμό, γιατί εχθρεύονται τις λέξεις.
Όταν οι λέξεις τρέχουν στο κεφάλι μου ανταγωνιστικά ποια θα βγει πρώτη, βάζοντας τρικλοποδιά η μια στην άλλη, μπερδεύονται και γίνονται μυστήριο τραίνο. Τι αγένεια... θα μπορούσαμε όλοι μαζί να συνταξιδέψουμε σε ένα τραίνο, να χαϊδευόμαστε, βράδυ ξάπλα σε κουκέτες ποτισμένες από τη μυρωδιά μας. Τι σημασία έχει πού θα φθάσουμε το πρωί, ονειρεύομαι... Έτσι είναι! Έχουμε τα μάτια ανοιχτά, μπορεί να μιλάμε άρρυθμα, άστοχα, αλλά ονειρευόμαστε μεθοδικά σταθερά και με ρυθμό. Μαζεύουμε αναμνήσεις στο κεφάλι, ενώ οι αισθήσεις γίνονται ένα προστατευόμενο πάρκο, καταφύγιο για άγρια χάδια. Κάνουμε βόλτες μήπως και κάτι μετακινηθεί -όπως παλιά βαρούσαμε ένα μηχάνημα να ξαναπαίξει- ελπίζοντας να ξαναφέρουμε κοντά αυτά που ζήσαμε, άσχετα μεν και μακρινά με το περιβάλλον, κοντινά δε των συναισθημάτων μας. Άλλοτε πάλι τραβάμε για σημαδεμένες γωνιές. Δεν γίνεται στη Θεσσαλονικη πρωί Κυριακής να μην πίνεις τον καφέ στα ψηλά και ας άλλαξε θέση το μαγαζάκι. Παραμένουν οι ίδιοι γείτονες.
Όποιος κατεβαίνοντας από τα κάστρα κοιτάξει στο βάθος, πριν τη στροφή του νοσοκομείου, θα πέσει αυτές τις μέρες πάνω σε μια ανοιχτή τρύπα στο τοιχάκι που περικλείει τα νεκροταφεία. Δεκάδες μνήματα από μάρμαρο ξεχωρίζουν από μακριά, στέκονται αναποφάσιστα, δεν ξέρεις πώς θα αντιδράσουν σαν τους σκάσεις το παραμύθι ότι στα μέρη τους κατευθύνονται κάτι σαλιγκάρια που πεθύμησαν λίγη γαλήνη. Κάποια μέρα πρέπει όπως κατεβαίνω φουριόζος, να περάσω μέσα, να μπερδευτώ μαζί με την στρατιά, να μη ξεχωρίζω, να περπατήσω ανάμεσά τους, να δείξω πως πέρασε και ο δικός μου παλιός φόβος. Πού έφθασε όμως και τι πήρε μαζί του, τι απέμεινε, μόνο μια βόλτα θα απαντήσει.
Λίγο πιο πάνω, στο μπαλκόνι μου, τα γιασεμιά φέτος κρατάνε μυρωδιά για το βράδυ που επιστρέφω και άνθη εδώ και δυο βδομάδες, Τα λεμόνια σε μέγεθος ελιάς, είναι πράσινα. Δεν κρύβω τη χαρά μου, όποιος έρχεται τον σέρνω να του δείξω τους μικρούς καρπούς. Αναρωτιέμαι πώς τα κατάφερα, αν τους έλεγα καλές κουβέντες, αν έδινα υποσχέσεις ποιες ήταν αυτές και πού αλλού έχουν εφαρμογή. Προσπαθώ να θυμηθώ, ποια περισευούμενη έγνοια τα αγκάλιασε από πέρσι που τέτοια εποχή τα κουβαλούσα. Και αυτά, άντε καλά είναι καλοζωισμένα, τα άλλα όμως ποια έγνοια τα τρέφει και ένα δέντρο ξεπηδάει μέσα από το αμίλητο τοιχάκι των κοιμητηρίων, ένα άλλο φυτρώνει λίγα μέτρα παραπάνω στα πλευρά του αρχαίου τείχους; Πόση διάθεση ζωής κρύβει ένας σπόρος που με αυθάδεια ξεπήδησε από τη λάσπη που ενώνει δυο πέτρες ένα μέτρο πάνω από το έδαφος; Περνώ από εκεί καθημερινά, κουβαλώντας χέρια, πόδια, κορμό, αλλά φευ, το κεφάλι το αφήνω συνήθως κάπου ξεχασμένο μέχρι να καταλάβει πόσο απέχει από το καπέλο του μάγου (αυτού που βγάζει κουνέλια και περιστέρια, από μέσα).
Αναζητώντας αφορμές για σενάρια φυγής και οπτικές απάτες, κατέληξα πως αν δεν σου βγαίνει η ταχυδακτυλουργία στην καθημερινότητα θα βραχείς! Γιʼ αυτό παράτα τα προσωρινά και δοκίμασε τα οπτικά σεργιάνια χρησιμοποιώντας την απόλυτα μαγική λέξη: «Εκ-δρο-μή», «εκ–δρο–μήη»! Όταν ρυθμικά την επαναλαμβάνεις ακόμη και τα σαλιγκαράκια υπακούν. Είναι η συμφερότερη οδηγία προς ναυτιλομένους που κάπου χάσανε τον προορισμό.
Νέα πορεία: Με μηχανές κάπου για Χαλκιδική, με ενδιάμεσους σταθμούς για μπουγατσούλα και καφεδάκι και μετά ανάβαση στα στροφιλίκια του Χολομώντα, για να καταλήξουμε σε παραλίες που ο βυθός μας ζεσταίνει. Μέχρι την τελευταία στιγμή βέβαια πάντα παίζει να τραβήξουμε και κατά Όλυμπο μεριά, στα ψηλά, για να μαζέψουμε όσο πιο πολύ ήλιο μπορούμε! Εκεί κάναμε από το χειμώνα ονειροσχέδια να μαζευτούμε όσοι ζούμε σκόρπια, για ένα καλοκαιρινό πάρτι αυστηρά για χαμογελαστούς ανθρώπους. Κλειδώνουμε υποσχέσεις και πάμε οδικώς στη Lisbon με συνεπιβάτες μεγάλα χαμόγελα που ξέρουν να χορεύουν και να τραγουδούν. Έτσι! Μια και ζούμε μόνο για μια φορά, να ξέρουμε τουλάχιστον ότι κάναμε όλα τα λάθη, πριν αποκαλυφθούν ποιά ήταν τα σκάρτα. (Πριν την εκδρομή πρέπει να θυμηθώ να φωτογραφίσω τη λεμονιά και να πάρω μια λάγνα γαρδένια)...
Τετάρτη, 23 Μαΐου 2007
μέρος 2ο / Θεσσαλονίκη : έγινε Βλαχούπολη, οδεύει προς Βλακούπολη
Σήμερα το φρούτο που ευδοκιμεί εν αφθονία στην πόλη είναι οι υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι (κατηγοροποιoύνται σε ιδεαλιστές και αμοραλιστές). Έχοντας γίνει καχύποπτοι με όσους κινούνται ανιδιοτελώς επιθυμώντας να προσφέρουν στην κοινωνία, μέσα μας, υπόγεια δουλεύει το «και εσύ τι θα κερδίσεις;». Για τους άλλους δεν υπάρχουν αμφιβολίες, επιδιώκουν προσωπικό όφελος, βουλευτιλίκια και άλλα εξίσου κερδοφόρα σπορ. Τέσπα. Άπαντες όμως ανιδιοτελείς και μη, έχουν σοβαρούς λόγους να παράγουν δημόσιο έργο. Το προσωπικό συμφέρον τέμνεται από το συλλογικό, οπτική πασιφανέστατη ακόμη και για μωρούς! Ακόμη και έτσι κουτσά-στραβά η δουλειά θα μπορούσε να γίνει. (μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα θα κάνουν άλλωστε...)
Όσοι κατοικούν στη Θεσσαλονίκη βιώνουν πως εδώ επικρατεί κατά κράτος η σχετικότητα της λογικής και οι άσχετοι. Ο κουνιάδος, ο ανιψιός, η Μαίρη της Κατίνας και ο Γιωργάκης που μας ψήφισε και πίνει νερό στο όνομά μας θα πάρει τη θέση. Τώρα, αν είναι ζαβός ο Γιωργάκης δεν έχει σημασία, ποιος γαμεί τα περί αξιών, γνώσεων, επιπέδου και άλλα κοινότυπα. Εδώ κυριαρχεί πολύ ισχυρή η οθωμανική παράδοση, το ρουσφέτι... Σου κάνω χάρη και μου χρωστάς. Έτσι στη διανομή θέσεων δεν μετράνε τα μεταπτυχιακά ούτε ή άριστη γνώση του αντικειμένου αλλά ο βαθμός υποταγής και πιστής του τοπικού πτηνού οσφυοκάμπτης. (Οι ημιμαθείς είναι οι πλέον αλαζόνες)
Επιτρέψτε μου να ισχυριστώ πως ουδείς θέλει το κακό του, πολύ περισσότερο οι αρμόδιοι που θέλουν να δείξουν και λίγο έργο. Μόνο που μέσα από μια προσωποπαγή νοοτροπία έρχονται σε κόντρα με το ίδιο τους το συμφέρον, αδυνατώντας να αντιληφθούν πως τα αξιώματα δεν μοιράζονται σε «ημέτερους» αλλά στους άριστους. Χρήματα υπάρχουν αλλά γίνεται κατασπατάληση σε συμμέτοχους. Έτσι δημόσια έργα καταστρέφονται, γιατί είναι παραμελημένα και άλλα που μόλις έγιναν είναι για τα ανάθεμα. Προγραμματισμένες μελέτες είναι για να παίζουν το ρόλο βεντάλιας. Οι επιλογές γίνονται όχι με βάση τις ανάγκες της πόλης, αλλά σύμφωνα με την κομματική γραμμή. Σε οράματα θα ήταν μέγιστη ύβρις να αναφερθούμε. (μια και μιλάμε για επιλογές των υπαρχόντων πολιτικών σχηματισμών)
Κάτσε ρε μάγκα, θα μπορούσε κάποιος να πει, δημοκρατικά εξελέγησαν όσοι εξελέγησαν, τι έγινε; Από τι πάσχουν οι Θεσσαλονικείς; Υπάρχει συλλογική τύφλωση; Διανοητική ανεπάρκεια ή αισθητική αποχαύνωση; Καμία ηγεσία δεν έχει, ούτε θα είχε την κοινωνική διεισδυτικότητα που έχει, αν δεν είχε κάποια μέσα στήριξης, προπαγάνδας και διεμβολισμού της κοινωνίας. Και αυτά φυσικά είναι τα Μέσα Μαζικής Ε(ξ)ημέρωσης. Ο λαός γύρω για τον οποίο κόπτονται άπαντες, έχει εικόνα του τι γίνεται, αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει από τα τοπικά μέσα επικοινωνίας, εφημερίδες, κανάλια, ραδιόφωνα, περιοδικά. Η αρθογραφία είναι που επιτρέπει ή απαγορεύει τα πολιτικά σαλτανάτια, αυτή ελέγχει την τοπική εξουσία. Ο ψύχραιμος αναγνώστης, όμως, πέρα από σπόντες και επιφανειακές προσεγγίσεις δυσκολεύεται σήμερα να βρει δημοσιευμένα, τα κακώς κείμενα και όσα δεν γίνονται, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων (πρόσωπα των ΜΜΕ που τρίζουν τα δόντια τους σε όσα απροκάλυπτα υποκαθιστούν τη λογική).
Και ένα σχετικό και άσχετο παράδειγμα: Γνωστός δημοσιογράφος ελάλησε προ λίγων μηνών, «Κάτι λείπει μέσα από το περιοδικό σας!» (πολλά, λέμε εμείς, αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος). «Η στήλη κριτικής πάνω σε μαγαζιά, που έχουν άλλα περιοδικά....». Αράδιασε το βιογραφικό του και απαρίθμησε τις γνωριμίες (αυτή η μαγική λέξη) που τρόπον τινά ήταν τα διαπιστευτήριά του. Στην ερώτηση σε ποιους θα τα «χώσει», ποιους θα κάνει «ρόμπα», η απάντηση που λάβαμε ήταν «Μα σε αυτούς που δεν είναι πελάτες μας». Κοινώς, όσους δεν μας τα ακουμπάνε έμμεσα ή άμεσα... Λογική που εφαρμόζεται κατά κόρον. Γραφικοί, σχεδόν φαιδροί τύποι, επωφελούμενοι προσωπικά από τα κείμενά τους, διαμορφώνουν αισθητική και φρόνημα, γεμίζοντας τον εγκεφαλικό φλοιό του αναγνώστη σκατά. (Κάποιοι μοιράζουν τα φύλλα στην τράπουλα και κάποιοι εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία...) Πάρκαρα τη μηχανή πλάι στο πεζούλι από το ανάκτορο του Γαλέριου. Την πλατεία Ναυαρίνου τη λατρεύω, διότι εκτός του ότι έχει τα πιο συμπαθητικά καφέ, πανόστιμες κρέπες και μούρλια παγωτά μηχανής κάνεις χάζι και όλα τα επαρχιωτόπουλα που βάλανε τα χρυσά τους, τα λιλιά τους και κατηφορίζουν για παραλία. Λίγα μέτρα πιο πέρα μια παρέα χαρντροκάδες καλαμπουρίζουν με κάτι πανκιά. Περνάω ανάμεσά τους και πιάνω ότι κάνουν κουβέντα για την υποθαλάσσια!!! Εδώ χτυπάει η καρδιά της πόλης που γεννηθήκαμε, που αγγίξαμε και μέσα στην αγκαλιά της ερωτευτήκαμε πρώτη φορά, η κοσμική, η αλανιάρα, που έχει παρεξηγηθεί! (...και επειδή την αποκάλεσαν «νύμφη» του Θερμαϊκού κάποιοι εννόησαν ότι πρέπει να τη σοδομήσουν)
Υ.Γ. Δυστυχώς, πολλοί από αυτούς που διαμαρτύρονται αντιπολιτευτικά είναι εξίσου χυδαίοι, γιατί πλειοδoτώντας σε λαϊκισμό, το κάνουν καραδοκώντας με τη σειρά τους να βουτήξουν στο μέλι.
Πέμπτη, 17 Μαΐου 2007
μέρος 1ο / Θεσσαλονίκη: έγινε Βλαχούπολη, οδεύει προς Βλακούπολη
Ερώτηση που κατέθεσαν δημοτικοί σύμβουλοι στη τελευταία συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου του δήμου Θεσσαλονίκης: Για ποιο λόγο ο Δήμος Θεσσαλονίκης εμφανίστηκε να διαφημίζει με τον λογότυπό του καλλιτέχνες και το νυχτερινό κέντρο στο οποίο εμφανίζονται αυτή την περίοδο, σε πανό αναρτημένα σε κεντρικούς δρόμους της πόλης (μόνο στη διαδρομή ΧΑΝΘ - Τσιμισκή - Βενιζέλου είχαν αναρτηθεί την προηγούμενη εβδομάδα 25 πανό). Ποια είναι η πολιτική για τον πολιτισμό την οποία δημιουργεί και προωθεί ο Δήμος με τέτοιες ενέργειες που καθιστούν τον Δήμο σπόνσορα νυχτερινών κέντρων και των καλλιτεχνών που εμφανίζονται εκεί; Αυθαίρετα παίρνοντας το λόγο θα ήθελα να μεταφέρω την απάντηση που μου εδωσαν όταν έκανα και εγώ ένα ανάλογο ερώτημα και άρχισα να διαμαρτύρομαι για μια ιστορία που αναφέρω στη συνέχεια. «Μην κάνετε έτσι, δεν είναι πως έχουν κάτι εναντίον σας, είναι θέμα κουλτούρας, κάνουν όσα καταλαβαίνουν, όσα λέτε εσείς περί πολιτισμού και κοινωνικές ευαισθησίες τα έχουν γραμμένα στα αρχίδια τους».
Και η ιστορία μας τώρα…
Σχεδόν όλοι μας έτυχε να ακούσουμε -και μερικοί να ζήσουν από πιο κοντά-, μια ιστορία με αρνητικό πρωταγωνιστή κάποιο πρόσωπο-θύμα της μάστιγας των ναρκωτικών. Χωρίς περιττολογίες είπαμε να πράξουμε το ελάχιστο με τις δυνατότητες που μας δίνει το περιοδικό CITY. Να δημιουργήσουμε μια βιβλιοθήκη για το ΚΕΘΕΑ (Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων) για αυτούς που παλεύουν να ξεφύγουν. Πριν δύο χρόνια καταφέραμε κάτι ανάλογο, μια βιβλιοθήκη για την φυλακή Διαβατών. Οι αναγνώστες του περιοδικού κάναν κάποια μάτια να δακρύσουν, όταν προσέφεραν για το σκοπό αυτό πάνω από 4.000 βιβλία. Για να διευκολύνουμε τη συμμετοχή αυτή τη φορά σκεφθήκαμε να νοικιάσουμε ένα βανάκι και να το σταθμεύσουμε στο πιο πολυσύχναστο σημείο της πόλης στην πλατεία Αριστοτέλους απέναντι από τη στάση του αστικού, για πιο εύκολη πρόσβαση. Και για να είμαστε σε όλα τυπικοί ζητήσαμε εγγράφως την άδεια απευθυνόμενοι στην Αντιδημαρχία Πολιτισμού, γιατί θεωρήσαμε, αυθαίρετα, πως εκεί εμπίπτει η πρωτοβουλία μας. Και αρπάξαμε το πρώτο βόλι. Η απάντηση ήταν αρνητική. Η αλήθεια είναι ότι αυτές τις μέρες είδαμε να συχνάζουν στο σημείο που ζητήσαμε να σταθμεύσουμε προσωρινά, αθίγγανοι με τη πραμάτεια τους, μικροπωλητές με μπαλόνια και άλλοι με παιχνίδια. Μείναμε όλοι σαν χάνοι αλληλοκοιταζόμενοι, μη μπορώντας να πιστέψουμε τι γίνεται. Ήταν τόσο απλό και τόσο λίγο να σταθμεύσουμε κάποιο αυτοκίνητο που θα συγκεντρώνει βιβλία για το σκοπό μας. Ακολούθησε όμως και δεύτερο βόλι που χρύσωσε το χάπι. Σε αντιδιαστολή με το αίτημα που μας προσγείωσαν, μας επιφυλάσσανε ένα πέταμα στην οδό Αριστοτέλους μεν αλλά πάνω από το ύψος της Εγνατίας (ουσιαστικά σε ένα χώρο μη πέρασμα που συχνάζουν μόνο συμπαθείς μετανάστες). Δεν αποφασίσαμε τι θα κάνουμε αλλά προβληματιστήκαμε άλλη μια φορά με το τι γίνεται σʼ αυτό τον Δήμο... Για ποιο λόγο βάζει τρικλοποδιές αντί να ενθαρρύνει και να υποστηρίζει ουσιαστικά τέτοιες ενέργειες....
Ήσυχα, ύπουλα, αθόρυβα, σαν δάγκωμα μικρού τρωκτικού, στα χρόνια μας η πόλη αποκοιμιέται, υπνωτισμένη. Οι κάτοικοί της μοιάζουν να έχουν χάσει τα αυγά και τα πασχάλια, όπως ανακατεύτηκαν. Από την επιμειξία αυτή, της αστικής και τη λαϊκής τάξης, προέκυψε ο λαϊκισμός της γραβάτας και του κούφιου λόγου. Οι σημερινοί Θεσσαλονικείς βιώνουν καταστάσεις μακράν από τα ανόητα αφιερώματα περιοδικών, την πόζα, τα κουνήματα, τις μωρολογίες περί ερωτικής πόλης και το υβριστικό «συμπρωτεύουσα», εμπεδώνοντας πλέον τις συνέπειες. Κάποιοι ήδη ανατριχιάζουν μπροστά στο άλγος που προκαλεί η εικόνα της σημερινής «φραπεδούπολης» και πάλαι ποτέ πόλης που έγραφε ιστορία αλαμπρατσέτα με την πρωτεύουσα του Βυζαντίου.
Η πόλη είναι κάτι άψυχο, οι άνθρωποι είναι αυτοί που της δίνουν ζωή, συμμετέχουν στη διαμόρφωση, στον αποκλεισμό και την απογείωσή της. Ο εναγκαλισμός τους με την πόλη σήμερα (αρπάχτηκαν πάνω της) είναι τόσο σφιχτός που αυτή πνίγεται. Μια πόλη, που έχει να επιδείξει 2.000 χρόνια συνεχόμενου αστικού βίου, ασθμαίνει τρέχοντας πλέον πίσω από το πάλαι ποτέ χωρίον «η Αθήνα». Μια πόλη περήφανη για το παρελθόν της, σήμερα προβληματίζει με το παρόν της και τρομάζει για το άμεσο μέλλον της. Αυτό που διατηρήθηκε αιώνες, έμελλε η γενιά μας να δει να καταποντίζεται. Χωρίς να το καταλάβουμε η Θεσσαλονίκη, που ανέκαθεν είχε μια αυθεντικά λαϊκή κουλτούρα και μια αστική φιλελεύθερη πρωτοπόρα τάξη που σεβόταν αλλήλους, έφτασε στο σημείο -όχι αδίκως- να θεωρείται ως μια βαθύτατα συντηρητική κοινωνία που, αγκιστρωμένη, περιστρέφεται γύρω από μια τρύπα, αυτή του μετρό που άνοιξε πριν 15 χρόνια! Και το τραίνο φεύγει…(Η συνέχεια την επόμενη εβδομάδα)
Παρασκευή, 04 Μαΐου 2007
Συνταγή για ξέφωτα
Συνήθως όταν στέκεσαι στους πρόποδες ενός βουνού και σηκώνεις το κεφάλι σου για να το θαυμάσεις, σου βγαίνουν ασυνείδητα, το δέος που προκαλεί ο όγκος, το ύψος, οι δασωμένες και χιονισμένες πλαγιές, αλλά μαζί και η επιθυμία να ήσουν ανεβασμένος στην κορυφή του για να δεις από μια άλλη πλευρά τι επιπλέον υπάρχει, τι άλλο απλώνεται γύρω σου. Με αυτό το σκοπό, με αφετηρία το Μικρό Πάπιγκο προς τις Δρακόλιμνες, την Κυριακή πριν την πρωτομαγιά ξεκίνησε η μικρή μας ομάδα την ανάβαση. Οι αναρτημένες πινακίδες προειδοποιητικά έδιναν τετράωρη πορεία. Απροειδοποίητα, αλλά όχι και αναπόφευκτα, σε ένα δύσβατο και απότομο μονοπάτι, μετά 1.30 ώρα πορεία, αποσύρθηκα από στόχους, σκοπούς και ανηφόρες. Με προδώσαν οι δυνάμεις μου και αποχαιρέτισα τα άγρια νιάτα που είχαν βάλει για στόχο την κορυφή. (Φαίνεται ότι διατηρούνται κάποια ένστικτα που σε προκαλούν, ως λαπά της πόλης, να καταγράψεις αποδείξεις ότι δεν αποκόπηκες από τη φύση.)
Όπως λένε, όμως, τίποτε δεν πάει χαμένο και ποτέ δεν ξέρεις τι είναι καλύτερο να ευχηθείς να σου συμβεί. Μετά το ξελαχάνιασμα, την ηδονική στιγμή της ανάπαυλας, ανακάλυψα ότι εκεί που βάδιζα με σκυμμένο το κεφάλι, η φύση είχε στήσει με εντυπωσιακό τρόπο ένα βροντερό πανηγύρι. Τόσην ώρα «αγρόν ηγόραζα». (Βιαστικοί κάθε μέρα με το κεφάλι σκυμμένο τρέχουμε να προλάβουμε… την ώρα που κλείνουν τα σούπερ μάρκετ, να φτάσουμε έγκαιρα στη δουλειά, να επισκεφθούμε όσα μαγαζιά έχουμε σημαδέψει, να διατηρηθούμε μέσα σʼ αυτή τη συναλλαγή γιατί έχουμε ένα σκοπό, ένα στόχο. Και όπως τα μουλάρια που φορούν παρωπίδες βαδίζουμε αγκομαχώντας, κοιτώντας μόνο το μονοπάτι που μας υπέδειξαν.)
Γύρω μου υπήρχαν κίτρινα, κόκκινα, λιλά χρώματα που δεν μπορούσα να κατατάξω κάπου. Μου κόπηκε η ανάσα σαν τον τυφλό που είδε την πρώτη ακτίνα φωτός. Δεν ξέρω πόση ώρα κοιτούσα λαίμαργα την ομορφιά και πότε σήκωσα το κεφάλι να κοιτάξω γύρω μου. Ήμουν κάτω από έναν ουρανό που έσκιζαν οι γύρω κορυφές, έναν ουρανό που είχε βαλθεί να ξελογιάσει τους ανθρώπους. (Έρχονται μέρες που νιώθω ότι συγκαταλέγομαι στις χειρότερες περιπτώσεις, δηλώνοντας την αμήχανη σιωπή μου σε ερωτήσεις του τύπου: τι καιρό έκανε το πρωί; Με συναισθήματα που μεγάλο μέρος εξαρτώνται από την πορεία της χ δουλειάς, βιώνω όπως όλοι μας ένα νέο είδος αριστοκρατικής δουλείας με αμοιβή μια τεχνητή ευμάρεια κατανάλωσης)
Δεν χρειάζεται κάποιος να περιμένει συγκυρίες ορειβατικές για να εκμαιεύσει την ομορφιά. Μπορεί να το επιχειρήσει εύκολα, γρήγορα. Πετάς τις παρωπίδες και προχωράς μέχρι να συναντήσεις το ξέφωτο που θα σε αιχμαλωτίσει. Όταν το συναντήσεις, μακριά από παρείσακτους και κακομούτσουνους που κρίνουν κάθε σου κίνηση, με μια τελετή βγάζεις από πάνω σου ό, τι φοράς, τα πάντα! Κοινώς τσιτσιδώνεσαι! Απλώνεις τα ρούχα ευλαβικά πάνω στην άγρα χλόη, στα αγριολούλουδα, έστω και με στραπατσαρισμένη τη συνείδηση ότι κάποια τα σκεπάζεις. Ξαπλώνεις να σε χαϊδέψει ο ήλιος, να γεμίζει η ψυχή σου. Ολόκληρες πλαγιές στρωμένες με θυμάρι, ρίγανη και άλλες ζαλιστικές μυρωδιές. Ένα διεγερτικό αγκάλιασμα που κάνει το στήθος να ριγεί και το μυαλό να αδειάζει για να γεμίσει ομορφιά. Αρχίζεις με τον πιο φυσικό τρόπο γυμνός, χωρίς να έχεις τίποτε, να χαμογελάς ανάμεσα σε μια κατάσταση ευφορίας και μια πραγματικότητα που συναγωνίζεται με τα όνειρα. Η ευδαιμονία σου επεκτείνεται τόσο, όση σχεδόν είναι η απόσταση που ταξιδεύει το μάτι. (Οι πιο πολλοί ξινίζουν τα μούτρα τους με κάτι τέτοια και με ειρωνεία θέτουν ερωτήματα του τύπου: «και πόση ώρα μπορεί κάποιος να χαζεύει στα σύννεφα;» Η απάντηση είναι: φθάνει η ώρα που κολλάς σε μια βιτρίνα όταν λιμπίζεσαι να αποκτήσεις κάτι..)
Είμαστε πτωχοαλαζόνες που στα χέρια μας κρατάμε μια ζωή, τη ζωή μας. Δεν είναι κακό που τη φτιάξαμε από όνειρα και ας μη μας βγήκαν τα πιο πολλά. Το άσχημο είναι πως είναι η μόνη ζωή που θα ζήσουμε. Τρέχοντας πίσω από σκοπούς, στόχους, καθημερινότητα, δεν προσέχουμε γύρω μας. Ούτε το χαμόγελο από την απέναντι όχθη. (Απόδειξη ότι ακόμη και όταν βρεθούμε εκεί που η ζωή ξεφωνίζει, αν δεν σταματήσουμε την τρεχάλα και την πόζα, πιθανόν να μη το αντιληφθούμε ό,τι στήνεται γύρω μας μια παράσταση μοναχά για πάρτη μας.)
Δεν ξέρω πόσα είδαν στην υπόλοιπη τρίωρη πορεία τους οι συνοδοιπόροι μου και πόσα εισέπραξαν με το κεφάλι κάτω και τη γλώσσα έξω. Είδα όμως μετά τα πρόσωπά τους. Μεγάλα, γνήσια και πολύ όμορφα χαμόγελα που ονομάζονται «τα κατάφερα». Βουαλά οι δύο όψεις. Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας. (Έχουν τρελαθεί τα γιασεμιά και οι λεμονιές, γέμισαν με υπέροχους ανθούς. Τα μπουμπούκια σκάνε αναστεναγμούς για να έχουμε να αναπνέουμε. Υπάρχει μια απληστία για ζωή.)
Πέμπτη, 26 Απριλίου 2007
(ιστορίες νύχτας 2)
...Η νύχτα καραδοκούσε σχεδόν πάντα στα δύσκολα. Τα ξέβραζε όλα αλύπητα, εξηγήσεις και επεξηγήσεις, αποκωδικοποιήσεις, τα παγωμένα κενά μιας άδειας αγκαλιάς, τους μονολόγους της καρδιάς, την υπόσχεση για αντίδραση την επόμενη μέρα, τις ερωτήσεις χωρίς απάντηση και την αντοχή της αναμονής μήπως και αύριο όλα θα είναι αλλιώς... (Σωτ.)...Εγώ μισώ και φοβάμαι τις νύχτες. Γιατί δεν ξέρω ακριβώς. Αλλά έχω πρόβλημα με τον ύπνο, υποφέρω από αϋπνίες, που παλεύω να καταπολεμήσω χωρίς χάπια, με νάρκωση στην trash-TV, βαλεριάνες, Ίντερνετ και βιβλία αυτοβοήθειας. (Χάιδω) ...'Αφησα πολύ χρόνο ανεκμετάλλευτο στις νύχτες, με βουβά κλάματα, με το μαξιλάρι σφηνωμένο στο στόμα, για να πνίξω και να σβήσω κάθε ήχο, κάθε αποδεικτικό στοιχείο που θα έφερνε τις ενοχές μου στο προσκήνιο. Για να μην καταλάβει τίποτα η μέρα, κι εγώ να παίξω το ρόλο μου. (Σοφία) …»νύχτα!!! για άλλους το σκοτάδι και για άλλους το φως, για άλλους το τέλος και για άλλους η αρχή» τα μυστικά της νύχτας, θεατρικό παραμύθι για ερωτευμένους. ...η νύχτα έχει μυστικά και μάγια που μόνο οι τυχεροί ή ονειροπόλοι καλύτερα μπορούν να κατέχουν... αν και η εποχή διατάζει να σφαγούν όλοι οι ονειροπόλοι... (Ν.) Πολύ οικεία και συγκινητικά ήταν τα μηνύματα που στείλατε για το κείμενο της προηγούμενης εβδομάδας. Σε αυτά με την ειρωνική προσέγγιση για τους σεληνιασμένους διέκρινα ψήγματα μιας λογικής που διαφωνώ οριζοντίως και καθέτως.
Λένε πολλά για όσους υμνούν τη νύχτα -και στα περισσότερα έχουν δίκιο-, για τους ποιητές και τα φεγγαροχτυπημένα που βρίσκουν κρυμμένο νόημα σε κάθε λέξη, σε κάθε θρόισμα της σελήνης, στο νυχτερινό παφλασμό των κυμάτων. Προφανέστατα αυτή η φυγή -με τα φτερά μιας καλπάζουσας φαντασίας- μοιάζει να πάσχει από μια εμφανή έλλειψη σοβαρότητας. Καμία αντίρρηση. Μόνο που όποιος βλέπει αυτή την πλευρά είναι σίγουρο που δεν υπήρξε ποτέ μέτοικος και μιας άλλης που υπάρχει αθέατη στο σκοτάδι. Στις νύχτες καταφεύγουν όσους καταδιώκει η μέρα, όσοι αδυνατούν να ανασάνουν τις οσμές που εκλύονται με το ξημέρωμα, όσοι προσβάλλονται από την ιλαρότητα των καταστάσεων και την ελαφρότητα των κριτών. Η νύχτα αδικείται από πολλούς γιατί κρίνεται εξ αποστάσεως με το φως της μέρας. Μην πετροβολάτε αυτούς που γύρισαν την πλάτη στην ενδυμασία της μέρας.
Μερικοί τα βράδια εκτίουν την αλλόκοτη ποινή τους με όλο το βάρος από το σκοτάδι να έχει συγκεντρωθεί σε μια μυτερή ακίδα που κάποιος τους έβαλε στο στήθος στο ύψος της καρδιάς. 'Αλλοι ζούνε μονάχοι χωρίς να το επιλέξουν, αλλά υπάρχουν και κάποιοι που γέρνοντας να κοιμηθούν πλάι σε ένα άλλο κορμί νιώθουν περισσότερο μόνοι από ποτέ. Ακριβώς το μοιραίο λεπτό που κλείνουν τα μάτια οι μεν και οι δε, ξεκινάει το επισκεπτήριο των σκιών που σαρώνουν το πεδίο του νου. Στη χώρα του κενού εκεί που ο άνεμος γίνεται μαστίγιο, τη νύχτα ξεκινάει η πιο ανηλεής καταδίωξη.
«Φοβάμαι το σκοτάδι… δεν θέλω να κοιμάμαι μόνος, με πιάνει ένα ρίγος». Με παρακαλετά προσπαθούσα να πείσω τη γιαγιά μου πριν σαράντα τόσα χρόνια να μη μ' αφήσουν να κοιμηθώ μόνος. «Να μη φοβάσαι καθόλου…» έλεγε αυτή. «Αυτό που σε κάνει να ριγείς, είναι ένα χάδι, το τρυφερό χάδι της νύχτας… Κάθε φορά που το νιώθεις, να ξέρεις ότι υπάρχει κάποιος που σε σκέφτεται με αγάπη εκείνη την ώρα… Είσαι πολύ τυχερός!» Κι εγώ την κοιτούσα στα μάτια περιμένοντας να ακούσω κι άλλα. «…Γύρνα στο πλάι και δες πως η αγκαλιά σου θα γεμίσει…». Και γυρνούσα στο πλάι …κι έσκαγα ένα χαμόγελο αεροδρόμιο. «Και… αν αλλάξω πλευρό γιαγιάκα… θα φύγει;» Γλύκαινε το πρόσωπο της, με σκέπαζε μέχρι το κεφάλι και προσπαθώντας να κρατήσει μια σοβαρότητα, μου ψιθύριζε: «Μπα… τι λες… να δεις που μόλις κλείσεις τα μάτια, θα ακουμπήσει τα χείλη της στο αυτί σου, τόσο απαλά, που ούτε καν θα το καταλάβεις. Αυτά που θα σου πει δεν πρέπει να τα ακούσει κανείς άλλος, είναι λόγια της νύχτας, όμορφα…». Έπαιρνε βαθιά ανάσα και συνέχιζε ψιθυριστά «…Μόλις δει ότι αποκοιμήθηκες... Τσουπ, θα τρυπώσει και θα κολλήσει πάνω σου σαν βεντούζα, να κοιμηθείτε παρέα, να κάνετε όνειρα μαζί. 'Αντε… τώρα κλείσε τα μάτια, να έρθει στην αγκαλιά σου».
Επιμύθιο:
ένα καλό παραμύθι φθάνει για να κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια.
Πέμπτη, 19 Απριλίου 2007
(ιστορίες νύχτας 1)
Λένε πως οι παλιές οι μάγισσες, τη νύχτα, αφού πρώτα λούζανε τα μαλλιά τους, αμέσως μετά πετούσαν τα ρούχα τους και γυμνές καβαλούσαν τον αργαλειό για να κατεβάσουν το φεγγάρι με λόγια μυστικά μαγικά. Έτσι έδεναν και ξέδεναν τα μάγια.
Τις νύχτες, τις έμαθα να τις ζω, από πιτσιρικάς που διάβαζα βράδυ παρέα με μουσική. Έτσι ανακάλυψα τη μαγεία τους. Από τότε τίποτε που πραγματικά να αξίζει δεν κάνω με το φως της μέρας. Όταν βραδιάζει μιλώ με μένα, ανάβω κεριά στο σπίτι, βλέπω αγαπημένες ταινίες, κυρίως αυτές που έχουν εικόνες, όταν όλοι οι άλλοι κοιμούνται.
Ακούω πάντα ραδιόφωνο κι άλλες φορές μόνο μουσική που κάνει πιο συμπαθητική τη ζωή. Αυτές τις μικρές νυχτερινές στιγμές ο νους τρέχει σαν κάτι ηλεκτρισμένο με τσίτα τα γκάζια. Αυτό το κάτι, που σαν κουκίδα περνάει τόσο γρήγορα από μπροστά, διαφεύγει από τα μάτια της μέρας μέσα στη δουλειά και τις συναναστροφές. Αλλά πάντα ζωντανεύει τις νύχτες.
Προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη την μπουγάδα, από το χθες κατέγραψα εννέα βράδια που σημάδεψαν σύνορα στη ζωή μου:
Σε ένα κολπάκι από αυτά τα «κρυφά» του Πόρτο Καρρά, έξω από μια σκηνή σε μια προσωπική διαμάχη με τον εαυτό μου, σε ένα βουβό φλερτ έτρεμα κάτω από τον έναστρο ουρανό. Φοβόμουνα μη χάσω το τίποτα, αδύναμος να διεκδικήσω τα πάντα. (1989)
Μια σκληρή νύχτα που έφυγα από το σπίτι σαν τρελός και κατέληξα για ώρες να συγκρατώ δάκρυα που τρεμόπαιζαν στα μάτια, για μια απόφαση που δεν ήθελα, καθισμένος σε ένα παγκάκι στην παραλία, με τον Βαρδάρη να τρυπάει μέχρι το κόκκαλο το κορμί. Λεπτομέρειες ανυπόφορες. (1990)
Στο Κο-παγκάν ένα νησάκι στην Ινδονησία, που οι φοίνικες ακουμπούσαν σε μεγαλοπρεπέστατα κύματα, ενώ χαμογελούσε το φεγγάρι καρφιτσωμένο στα μονοπάτια του ουρανού. Κατάλαβα πως η ζωή ό, τι και να τρέχει είναι όμορφη πολύ. (1991)
Είχε ένα φεγγάρι χλωμό το βράδυ που γεννήθηκε ο γιος μου και ξενύχτησα μόνος στο σπίτι με σκέψεις τι πρέπει να μάθω τι να κρύψω. Δεν ήξερα ακόμη αν ήμουν χαρούμενος ή λυπημένος. (1997)
Ένα χειμωνιάτικο ξενύχτι αφιερωμένο στη απατηλή πίστη πως η ζωή μου ήταν πλήρης και δεν ήθελα τίποτε παραπάνω από όσα είχα ήδη στα χέρια μου. Όμως εκείνη η νύχτα έγινε πουλί και πέταξε, όταν κατάλαβε πως τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως θέλουμε να τα βλέπουμε. (1999)
Καβάλα-Θεσσαλονίκη νυχτερινή διαδρομή με άγρια προσπεράσματα και τη μουσική στη διαπασών κάτω από το κράνος, με την καρδιά να χτυπά δυνατά μεθυσμένη με άγρια χαρά σε ένα ταξίδι που το φώτιζαν χίλια αστέρια πλάι στη θάλασσα. (2000)
Στη Λισαβόνα στο κάστρο του 'Aι Γιώργη με τη μεθυσμένη πολιτεία να πλανάται κάτω από τα πόδια μου κι εγώ να δίνω σε μένα όρκο πως αυτή την εικόνα θα τη ξαναδώ τουλάχιστον άλλη μια φορά στη ζωή μου, έστω για μια βραδιά. (2001)
Με ένα τσιγάρο ένα συνηθισμένο βράδυ είχα εκμηδενίσει στο νου για πολλές ώρες την απόσταση από τα πλοία που αρόδο πάρκαραν στον Θερμαϊκό ως τα κάστρα που τα φώτιζαν κίτρινα φώτα. Ήμουν μπουκωμένος από τα καθημερινά αλλά ανάσανα τη μυρωδιά της σελήνης πάνω στη πόλη. (2004)
Στο Ηρώδειο η νύχτα έδειξε τη γεύση της, σε μια νόμιμα παράνομη συνεύρεση. Μπήκαμε στη ζούλα στο διάλειμμα και δεν ακούσαμε την άθλια συναυλία γιατί χαζεύαμε τα αστέρια και πλησιάζαμε με αγγίγματα διόλου τυχαία τις καρδιές μας. Άφησε να αιωρείται η υπόσχεση της ανάμνησης «για πάντα». (2005)
Μια σελήνη με ιάμβους να έχει γίνει μια αγκαλιά στους πρόποδες της Ακρόπολης. Με την εύνοια της Εκάτης «τα πόδια μας μπερδεύονται στις κλωστές που δένουν τις καρδιές μας». Σεφέρης. Παραμάσχαλα το «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη». (2006)
Η νύχτα δεν είναι απλή περίπτωση, σβήνει ή σημαδεύει τις μνήμες, όσοι την αγγίξανε δεν κατάφεραν ποτέ να ξαναγίνουν σαν και πρώτα. Διευκολύνει με όνειρα κρυφούς πόθους, αλλά ζητά ανταλλάγματα, κουρσεύει χάδια και στο πέρασμα αφήνει αύρα τη θλίψη. Έχει έναν ανεξήγητο μαγνητισμό που απορυθμίζει τα ρολόγια. Ακόμη και στο κινητό τα πιο συγκλονιστικά μηνύματα, με ένα μαγικό τρόπο φθάνουν πάντα νύχτα. Όμως είναι και κάργα διεκδικητική, ίσως γι' αυτό κάθε φορά που συγκατοικούσα, μου έκλεινε τα μάτια για τιμωρία πριν τα μεσάνυχτα και ας ήμουν χορτασμένος από ύπνο. Μόνο όταν είμαι μόνος στο σπίτι, προσφέρεται απλόχερα.
Αν είστε αιχμάλωτοι της σαγήνης της μπορείτε την επόμενη εβδομάδα στη συνέχεια αυτών των λέξεων εδώ να «ξεσπάσετε» χωρίς σαβουάρ βιβρ… Όσο κρατά ο ανθός των αναμνήσεων ας τον τιμήσουμε. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, επώνυμες ή ανώνυμες απόψεις θα είναι πάντα ευλαβικά προστατευμένες από το νόμο της φιλοξενίας. Στη διάθεσή σας η σελίδα, να μοιραστούμε τις νύχτες και τα φεγγάρια μας. Να ξανανέβει και η θερμοκρασία με παράφορα συναισθήματα.
Τρίτη, 10 Απριλίου 2007
Ευχή: να ανάψουν πολλά κεριά την Ανάσταση
Δεν πιστεύω στο Πάσχα, δεν διαθέτω καμία πίστη αλλά από πάντα μια μεγάλη ανάγκη να ανακατευτώ με ευλαβείς πιστούς. Σέβομαι ιδιαίτερα πολύ, όσους μέσω της θρησκευτικής γιορτής εκφράζουν το σεβασμό τους, αλλά όχι όσους δεν νηστεύουν από επιθυμίες. Όταν ήμουν πιτσιρίκος, η χειρότερη ώρα ήταν που με ξυπνούσαν και μου φορούσαν τα καλά μου για την Ανάσταση. Εκεί με επίπλητταν να προσέχω τη λαμπάδα για να μην κάψω τη κυρία μπροστά μου που ειχε ντυθεί λατέρνα. Με ένα διάλειμμα 20ετίας διαπίστωσα ότι δεν άλλαξαν πολλά από τότε. Οι παπάδες ευτραφείς ήταν, υπέρβαροι γίνανε και από το κερί περάσαμε στο σύμβολο της διαστημικής λαμπάδας. (Κατά τα άλλα πάντα παραμένει το πιο μεγάλο θέατρο εθελοτυφλίας, με τους ηθοποιούς να κραυγάζουν και να ασπάζονται ο ένας τον άλλον.)
Κάποτε με οδήγησε το τρένο της φυγής στο Όρος, μακριά από τα μοναστήρια σε μια ασκητική κοινότητα. Την πρωινή λειτουργία εκείνης της Κυριακής, με το πρώτο φως-ακτίνα λέιζερ να σκίζει τα σκοτάδια, κρυμμένος σε ένα στασίδι, θες τα λιβάνια, θες οι θείες μορφές κάποιων ασκητών, θες οι μελωδικές φωνές, θέλεις κάτι άλλο που δεν εννοώ, με γέμισαν δάκρυα, τι δάκρυα… ένα κλάμα με αναφιλητά σαν μωρό παιδί για πολύ-πολύ ώρα. Ευτυχώς ή δυστυχώς, τα κατακόκκινα μάτια μου τα πήρα κι έφυγα τρέχοντας στο αμέσως επόμενο δίωρο όταν στεκόμουν αμίλητος ανάμεσα στους ευλαβείς επισκέπτες. (Από σεβασμό για όσα πιστεύουν, για αγγέλους που γίναν χτίστες και για βελζεβούλια που πετούσαν στο δωμάτιο του μοναχού, βούλωσα το στόμα μου και καθόμουν εξαντλημένος αλλά και βαθύτατα ανακουφισμένος στη γωνιά μου. Και παρακολουθούσα...)
Εκλεκτός οικογενειάρχης, πετυχημένος επιχειρηματίας, με δύο παιδιά ξεκίνησε την κουβέντα: «Εμένα αδέλφια η σημερινή μέρα με γέμισε ελπίδα, χαίρομαι που σας γνώρισα, που είμαστε έτσι εδώ όλοι παρέα». Αισθανόμουνα σχεδόν μια ταύτιση μέχρι εκείνη την ώρα... «Θα μου λείψετε τώρα που θα βγω έξω (απο το Όρος εννοούσε) και θα βρεθώ πάλι ανάμεσα σε αυτές!!!!! Δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει, εγώ όποιο θηλυκό συναντώ τις πρώτες ώρες, κάθε φορά που φεύγω από εδώ, βρωμάει, όλες βρωμιάρες είναι»...!!!!!!! Και όλοι συμφώνησαν προσθέτοντας και άλλα, που είναι εμετικό να ακούς από ανθρώπους 30, 40- και. Την έκανα με χίλια από τους φρενοβλαβείς. (Γκρινιάζω πολύ, το ξέρω, αλλά σκάω όταν βλέπω όλο και περισσότερα κεριά να σηκώνονται για να κρυφτούν από πίσω, όσα γίνονται αλλά δεν λέγονται.)
Κατανοώ ότι πολλοί χρησιμοποιούν σαν άλλοθι τη θρησκευτική γιορτή για να βγούνε να ξεσκάσουν, να περάσουν καλά. Και η αλήθεια είναι πως μόνο στη δεύτερη κατηγορία μπορώ να εντάξω την παρουσία μου. Έχω καλές αναμνήσεις αλλά ο νοσηρός ψυχισμός μου με οδήγησε και σε μέρη που συνηθίζεται να πηγαίνεις τέτοιες μέρες και καταριόμουν την ώρα που έφυγα από το σπίτι μου. Είδα δουλικούς ανθρώπους να απευθύνονται με ύφος αφέντη προς υπηρέτη σε ταλαίπωρους σερβιτόρους. Μεγάλα τραπεζώματα που μετά το σαβούρωμα, ξεκινάνε πρόστυχα ανέκδοτα, πονηρά βλέμματα, ενώ οι γυναίκες συνειδητά αποσύρονται για να πουν τα δικά τους. («Ξέρεις τι καλό παιδί είναι; Κουβαρντάς, χωρατατζής!».)
Προτιμώ την πόλη που ερημώνει από τη θορυβώδη παθολογία της και ας καταντήσω να βλέπω στην τηλεόραση βλαμμένους να αυτομαστιγώνονται. Η αλήθεια είναι ότι πολύ θα 'θελα να βάλω μπάρες στην είσοδο στην μεγάλη επιστροφή, για να παραμείνουν όσοι γίνεται περισσότεροι στα χωριά τους, «νοσταλγοί της φύσης». Επιλεκτικά να επιτρέπεται η επάνοδος μόνο σε όσους έχουν γράψει στο κοντέρ ώρες περιήγησης σε παραλία, πάρκα, περιαστικά δάση της πόλης. Προτιμότερο από το να κάνεις διακοπές από τη ζωή 10 μέρες για να την εξωραΐσεις τις λοιπές 355... (Τα όνειρα δεν σε κυνηγούν, εσύ πρέπει να τα πάρεις στο κατόπι.)
Συν όλα τα άλλα, τέτοιες μέρες πρέπει να αποφύγεις και τους καλοσυνάτους φίλους που επιμένουν να πας μαζί τους για να μην είσαι μόνος. Συγκινητικό και επιπλέον πολύ ποθητό θα ήταν, αν μαζί δεν έσερναν καμμιά δεκαριά υποχρεώσεις. (Ανθρώπους που δεν επέλεξες να δεις όλο το χρόνο γιατί να τους φας στη μάπα σε γιορτινή συσκευασία;)
Κάποιοι σε μια απέλπιδα προσπάθεια επιλέξαμε αυτή τη ζωή από το να μας καταδυναστεύει η μετά θάνατο ελπίδα. Γι' αυτό και μάθαμε κουπί. Δεν έχω καμία πίστη, πιστεύω πολύ σε κάποιους, έχω επιστήθιες φιλίες που με συγκινούν, ερωτεύομαι και δίνομαι σε ό, τι τραβάει την ψυχή μου, κάνω πολλά λάθη και πληγώνω ανθρώπους αναζητώντας πάντα να ανακατευτώ με την παρέα αυτών που δίνονται, που ψάχνονται, μήπως τα πράγματα είναι κι αλλιώς. (Κατανοώ όσους έχουν μια πίστη, αλλά σέβομαι μόνο όσους την εφαρμόζουν στη ζωή τους).
Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2007
H αξιοπρέπεια και οι αντοχές της μοναχικότητας
Στη θεωρία, κάποιος φιλόσοφος έλεγε «Όταν οι άνθρωποι δημιουργούν στενές σχέσεις μεταξύ τους, η συμπεριφορά τους θυμίζει τους ακάνθους που προσπαθούνε να θερμαίνονται μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα. Το κρύο τους κάνει να αγκαλιάζονται και όσο δυνατά το κάνουν, τόσο περισσότερο πονάνε απ' τα τσιμπήματα που δέχονται με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να απομακρύνονται. Μετά ξανά το κρύο τους κάνει να πλησιάζουν ο ένας τον άλλο και έτσι πάει όλη τη νύχτα.» (Αρκούντως πεσιμιστικό).
Στην πράξη, αυτή έκλαιγε έξω από τα κοιμητήρια της Ευαγγελίστριας. Απέναντι από το Πανεπιστήμιο. Μόνη στα μαύρα. Kάπου ανάμεσα στα 25 με 35 υπέθεσα. Μου είναι πολύ δύσκολο να μαντέψω ηλικίες. Μύριζε λιβάνι και κερί. Τα δάκρυα, υπέθεσα, ήταν για ένα χαμένο αγαπημένο πρόσωπο. Δακρυσμένη ιέρεια και συνάμα χορός αρχαίας τραγωδίας. Μνήμη νωπή, αιμορροούσα. Ίσως είναι ακόμη νωρίς να στεγνώσουν τα δάκρυα (…μα πότε είναι καιρός να λησμονούνται οι μνημονευόμενοι από τους μνημονεύοντες;)
Στην ουσία, αυτό που κατάλαβα είναι πως η ζωή μας μοιάζει με μία λίμνη. Η πέτρα που θα πετάξει κάποιος στα ήρεμα νερά της θα κάνει ένα πλατς ή ένα πλιφ κι έτσι θα ξεκινήσουν ομόκεντροι κύκλοι που θα την ταράξουν μέχρι να επιστρέψει στην κανονικότητά της. Έτσι απλά. Φαινομενικά τίποτα δεν αλλάζει. Αλλάζει όμως. Μέσα της, βάρυνε κατά ένα βότσαλο. Όλοι όσοι τη χαίρονται θα εξακολουθήσουν να ταξιδεύουν πάνω της, να δροσίζονται, να ξαπλώνουν στη φιλόξενη ακτή της. (Ποτέ κανείς, αν δεν ανιχνεύσει τα θολά νερά κάτω από την επιφάνεια, δεν θα μάθει μια λίμνη με πόσα βότσαλα έχει πυροβοληθεί.)
Πόσο σίγουροι θα πρέπει να είμαστε για το φορτίο με πέτρες που κουβαλάνε τα πρόσωπα που συναντήσαμε σήμερα; Πόσοι θα καταθέσουν την ποσότητα που έχουν εισπράξει; Πρέπει να «δούμε» -όπως τη νεαρά κυρία που θρηνούσε- για να πιστέψουμε αλλά και πάλι, πόσα μπορούμε να κατανοήσουμε; Η μοναχικότητα και ο ενσυνείδητος αποκλεισμός έχουν βάρος που βαραίνει την καρδιά. Έχει τη λογική της και την αξιοπρέπειά του. Δεν αρκεί μια διαλεκτική σχέση για να γίνει αντιληπτό τοις πάσι το πεδίο που καταλαμβάνει στα εντός του καθενός. Απελπιστικά απαραίτητο είναι μια γερή δόση από ένα συναισθηματικό κοκτέιλ αισθητικής συγγένειας. Αν δεν κολάει το μίγμα, τότε τζίφος. Ελέγχεται η ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων. Αυτές που ο καθείς επιλέγει και όσα μπορούν αυτές να αντέξουν και να κατανοήσουν. Κάπου στο βάθος εξακολουθεί να παραμένει μια κλειδωμένη φωνή, να χτυπιέται σε τοίχους με σάρκα και οστά και να αναπηδάει κοντράροντας σε όργανα και ιστούς. Σου ξεσκίζει τα σωθικά και για ίαση προσφέρονται χάπια για το στομαχόπονο. (Άλλα γευόμαστε και άλλα ακούν και βλέπουν οι άλλοι. Γλυκά και πικρά.)
Στο τέλος της μέρας, βουλιάζω στον καναπέ και θέλω όσο τίποτε άλλο να απομακρυνθώ. Βάζω ένα CD του Leonard Cohen και ως δια μαγείας όλες οι αισθήσεις γίνονται ακοή. Αν μοιάζει παράλογη αυτή η τεχνητή απομόνωση, η φυγή, τι να πεις για τα αγαπημένα βιβλία που σε οδηγούν σε παραμελημένα μονοπάτια, για τις βόλτες που περπατάς σχεδόν με τις αισθήσεις χαμένος με τις σκέψεις και τα κενά που δημιουργούν, για τις μοναχικές νυχτερινές διαδρομές με το αυτοκίνητο, για την απομόνωση που νιώθεις όταν δεν μπορείς να εξηγήσεις ή να αποκαλύψεις πράγματα σε αυτούς που δεν δύνανται να κατανοήσουν, να αισθανθούν, ή να συνεισπράξουν. ( Σερβίρεις τον κόσμο σου ως μια μπαργούμαν που έχει μπλοκάρει τη δίοδο επαφής και υπνωτισμένη χάνεται σε άλλες παραλλήλους.)
Οι περισσότεροι, μʼ αυτά και μʼ αυτά γίναμε μικροαπατεώνες, για να δικαιολογηθούμε αντιδρούμε ψευδίζοντας, χτυπώντας τους ενδοιασμούς μας στο σέικερ και κράζοντας «σε αγαπάω», λήμμα απαραίτητο για να απλοποιηθείς στο περιβάλλον και να εισπράξεις εξιτήριο πως είσαι υγιής. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί μετουσιώνουν αυτή την ανάγκη επαφής-απομόνωσης επιλέγοντας την ενασχόληση με τις τέχνες και είτε σαν θεατές σε αίθουσες κινηματογράφου είτε απέναντι στο dvd ή μέσα από ένα ρόλο ηθοποιού ή χορευτή, στέκονται ώρες ατέλειωτες με πύρινη διάθεση. Συναντιέται κυρίως και κατά κόρον πίσω από την εργασιομανία, να πάρω και δουλειά στο σπίτι, για να κρυφτώ. Εναλλακτικές λύσεις για να εφησυχάζεις, μια δεκάρα η οκά. Συμμετέχουμε στις εικονικές πραγματικότητες, σε περιστασιακό σεξ και όταν η κυνηγητική περίοδος γράφει τέλος, επιστρέφουμε στο ενυδρείο με το ρυθμισμένο θερμοστάτη για να κρύψουμε το δολοφονικό βλέμμα που αυθόρμητα βγαίνει. Game over ή αλλιώς γύρνα την πλάτη στη μέρα αλλιώτικε ουρανέ μου. Εμείς πάλι καλά, μια χαρά θα τη βγάλουμε και φέτος. Με τους άλλους τι γίνεται… με αυτούς που πονάνε και που δεν μπορούν ούτε ψιθυρίζοντας να πουν: πονάω. Η αίσθηση είναι ξυράφι. (Και αναρωτιέσαι… Πόσο μπορούν να αντέξουν αυτά τα πλάσματα βυθισμένα στην απομόνωσή τους;)
Παρασκευή, 09 Μαρτίου 2007
Η Άνοιξη είναι καλή!
Οδηγώ αφηρημένος.
Ο ήλιος με δυσκολία περνά μέσα από τα φυλλώματα των δένδρων. Απρόσεκτος παρέα με τις μεσημεριανές πτήσεις του νου, «πάτησα» σε μια λακούβα και σχεδόν κόντεψα να γκρεμιστώ υποδειγματικά από τη μηχανή. Ανησύχησα λίγο μια και κουβαλούσα κάποια άδετα φύλλα χαρτί, απομεινάρια από παλιές εποχές που ανέβαινα στο «βουνό» όπως λέγαμε το Σειχ Σου (αυτά που σημείωνα τις αντανακλάσεις από τα «δυσβάσταχτα» που μου κατέβαιναν στο κεφάλι).
Στοχασμοί με μπαντηλίκια σε χωμάτινες διαδρομές. Ήταν όπως παλιά, ένας συνδυασμός βόλτας, παρέα με σκέψεις ατάκτως ερριμμένες. Σήμερα τίποτε δεν θυμάμαι από όσα ενδελεχώς σημείωνα τότε, άλλες εικόνες ζωντανεύουνε μπροστά μου. Αυτή η σκηνή που τα 600 κυβικά σηκώθηκαν πιο πολύ από όσο μπορούσα να συγκρατήσω σε μια αντιπυρική λωρίδα και βρέθηκα ξάπλα στα μαλακά στο χορτάρι... Κύλισα δυο γύρες και έμεινα ακίνητος να χαζεύω -τι όμορφη λέξη!- έναν ουρανό ζωγραφισμένο πάνω στην Άνοιξη. Το θυμάμαι σαν τώρα. Από πάνω μου έκαναν γνωριμία δύο ιπτάμενα. (Ευτυχώς που δεν με είδε κανείς να σκάω χαμόγελα στα ζωύφια.)
Για να πας εύκολα στο Δάσος πρέπει να στρίψεις για το Φιλίππειο. Άπαξ και μπεις θα βρεις διαδρομές εξαιρετικές για παιχνίδια με μηχανές, αν έχεις κέφι και συνοδηγό με κατανόηση! Όσο προχωράς προς τα μέσα μπορεί και να συναντήσεις κάτι μυστηριώδη ζευγαράκια να ραίνουν με τις φερομόνες τους τις πευκοβελόνες. Και αν και συ «ακούσεις» τα ορμέμφυτα σου, θα βρεις μια διακριτική γωνιά για να παίξεις το αγαπημένο παιχνίδι των ερωτευμένων (με επαναλήψεις μέχρι ζάλης). Ταξίδι στα άστρα μέρα μεσημέρι στις πλαγιές που φύονται τα πιο όμορφα κρινάκια. (αυτές που κοιτάζουν στη θάλασσα.)
Και όταν επιτέλους αντιληφθήκαμε ότι είχαμε παρκάρει τα κορμιά μας αντί σε ερημιά, σε πολυσύχναστο μονοπάτι, Άνοιξη ήταν πάλι, θαρρώ, κι ας περάσαν χιλιάδες χρόνια. Κολλήσαμε πιο πολύ μεταξύ μας και για να κρυφτούμε, γίναμε ένα με το σώμα της γης. Το σεξ την Άνοιξη έχει ένταση και όταν αναπάντεχα είναι και συναισθηματικό -πράγμα δυσεύρετο- έχει αποτέλεσμα να «χάνεσαι». (Μπορεί να φταίνε και οι ευωδίες που σουλατσάρουν στον αέρα ενός δάσους που υπάρχει κάτω από τη μύτη μας - οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς δεν το έχουν περπατήσει ποτέ.)
Όταν όμως δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στο Μωάμεθ. (Είναι αυτός ο αέρας που το σούρουπο φυσάει προς τη θάλασσα εκκρίνοντας τις ορμόνες του Σέιχ Σου.) Η παραλία παραδίνεται σε ανικανοποίητους ίμερους. Περιφέρονται μοναχικοί, σε παρέες, ή ζευγάρια... Δευτέρα βράδυ, την ώρα μετάδοσης του «Παραπέντε»: Δυο 20χρονα κολλάνε πίσω από δυο κορίτσια που επιταχύνουν σαγηνευτικά το βήμα τους. Παιδιά μπουμπουκιασμένα έτοιμα να εκραγούν. Τους ακούω να υπόσχονται ισόβια πίστη. (απίθανοι!) Αυτές χαχανίζουν σαδιστικά, έχοντας επίγνωση των πόθων που αναδεύουν –... αλλά δεν θα σας κάτσουμε. Λίγα βήματα πιο πέρα ένα ηλικιωμένο ζευγαράκι βολτάρει και κρατιέται χέρι με χέρι. Αχ τι μεγαλειώδης εικόνα! (Θα σʼ αγαπώ, θα μʼ αγαπάς… Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι.)
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή γεννιούνται ελπίδες. Στο τέλος όμως πολύ λίγες από τις προσδοκίες μας θα πραγματοποιηθούν. Κάποιοι ξινίζουν με τη σκέψη πως όλα αυτά επαναλαμβάνονται. (Πρώτον: είναι ολίγον τι ψώνιο, όποιος έχει προσμονές.) Σκασίλα μου!!! Αυτές τις λίγες κάποιοι τις αναμένουμε μετά βαΐων και κλάδων. (Δεύτερον: ...αλλά ό,τι καταφέρνει κάποιος, το καταφέρνει ελπίζοντας.)
Ένα αδέσποτο μπερδεύεται στα πόδια μου. Σκύβω να το χαϊδέψω. Μαζεύεται επιφυλακτικά. Ψάχνω να βρω τον κώδικα της επικοινωνίας μας, του ψιθυρίζω γλυκόλογα. Συμφιλιώνεται... Απλώνω το χέρι μου και θωπευτικά σχεδόν χαϊδεύεται πάνω μου. Πολύ ανθρώπινο. (Αυτό δεν έχουμε ανάγκη όλοι;)
Πέμπτη, 01 Μαρτίου 2007
Μπρος γκρεμός και πίσω φόβοι αλλά...
«- Η… είναι στα 36, παντρεμένη 12 χρόνια, έχει ένα παιδί 9 χρονών και ακόμη και τώρα δεν τολμάει να ζητήσει από τον άντρα της να κάνουν σεξ! Έχει να την πηδήξει 4 μήνες και αυτή δε λέει τίποτα, πίνει ούζα κάθε μέρα για να πνίξει τον πόνο της.
- Εννοείς ότι κρύβει από τον άνδρα της, την επιθυμία της;
- Φυσικά το κρύβει, φοβάται.»
Ο διάλογος είναι αυθεντικός μέσα στην συμπαθή αφέλειά του. (Οι φόβοι είναι και η αιτία απόκρυψης των συναισθημάτων μας. Μπλοκάρουν τη μύηση στις επιθυμίες μας.)
Η ίδια η εκπαίδευσή μας είναι φοβική.
Οι διδαχές φθείρουν το πετσί μας, προωθούν την εγκράτεια. Εάν θέλουμε να μετέχουμε στην ομάδα, πρέπει τις επιθυμίες να τις μεταλλάξουμε ή να τις καταργήσουμε... Ακόμη και η θρησκεία της αγάπης διδάσκεται μέσα από το φόβο της απόρριψης, το φόβο της κόλασης. (Αποκτάμε μια αιρετική σχέση με το εγώ μας. Μπορεί αυτό να εκφράζεται μόνο όταν είναι αρεστό ή έστω ανεκτό.)
Το παιχνίδι ξεκινάει πολύ νωρίς, αλλά κυρίως στην εφηβεία δείχνει την αγριάδα του καθώς αναγκάζουμε (πολλοί οι προφήτες ανοησιολόγοι) πιτσιρίκια να «πάρουν» αποφάσεις σύμφωνα με κριτήρια καριέρας και κυρίως οικονομικής επιτυχίας, κοινωνικής καταξίωσης και ουδόλως με γνώμονα μιας ασύγκριτα πιο ευτυχισμένης ζωής που θα σε παρασύρουν οι κλίσεις σου. (Σπάνια εναρμονίζονται οι αποφάσεις με τα ένστικτά μας, μια και κάποιοι πιεστικά επιμένουν «για το καλό μας» για να «μη δυστυχήσουμε».)
Ο φόβος της απόρριψης. Επικρατεί η αντίληψη ότι αν δεν είμαστε αρεστοί, θα μας κλωτσούν κατά βούληση. Δίνοντας μεγαλύτερη σημασία ακόμη και στην πιο άστοχη γνώμη, ξεχνάμε ότι την κούπα της λογικής μας τη γεμίζουν οι ανάγκες μας, οι βαθύτερες επιθυμίες που κρύβουμε. Περιπλανάται γύρω μας ο φόβος τι θα πουν οι άλλοι, ιδιαίτερα οι πιο δικοί μας άνθρωποι. Ειδικά αυτοί, γιατί κάπου διαισθανόμαστε ότι θα χαθεί η «καλή» εικόνα που πασχίσαμε να φτιάξουμε. (Βιώνουμε βαρύτατες εσωτερικές απώλειες όταν για να μη χάσουμε την αποδοχή κοντινών μας προσώπων, συντονιζόμαστε μαζί τους παραβλέποντας τα λυτρωτικά «θέλω» μας).
Όνειδος σκεπάζει τα συναισθήματά μας, τα οποία διαχωρίζουμε σε κατάλληλα και ακατάλληλα λόγω πάθους. Τα πρώτα τα διαλαλούμε αναμένοντας επιβράβευση, τα δεύτερα ως αθέμιτες ακολασίες τα κρύβουμε τόσο βαθιά που ενίοτε τα ξεχνάμε. Περιμένουμε να τα ανακαλύψουν. Οδηγούμαστε σε μια ζωή αρεστή στους άλλους και όχι σε μας. (Φοβόμαστε να έρθουμε σε ρήξεις που θα χαλάσουν την εικόνα μας και τελικά μένουμε μόνοι, μανιασμένοι και άπραγοι.)
Οι φόβοι μας είναι σκόρπιοι στο από εδώ και πέρα. Φοβόμαστε όχι το τώρα, όχι αυτό που συνέβη αλλά αυτό που πιθανολογούμε ότι θα συμβεί σε μέλλοντα χρόνο. Υποθέτουμε, κάνουμε σενάρια, υιοθετούμε εκδοχές και σχεδόν πείθουμε τον εαυτό μας για το τι θα συμβεί. (Η αλήθεια σπάνια είναι τόσο τρομακτική όσο οι φόβοι μας.)
Κάποιοι αρχαίοι λαοί όταν κάνανε πολεμικό συμβούλιο για να αποφασίσουν την τακτική στη μάχη έπαιρναν αποφάσεις μόνο όταν ήταν εντελώς μεθυσμένοι. Κυριαρχούσε το ασυνείδητο συναίσθημα της καρδιάς και το αξιοσημείωτο ήταν πως τις περισσότερες φορές ήταν σωστό!Σε όνειρο είδα τον πατέρα μου που έχασα κοντά 30 χρόνια πριν, όταν ήμουν σε εφηβική ηλικία... Με βαθιά μπερδεμένο το συναίσθημα ανατριχίλας, λύπης και δέους, πολλά θα ήθελα να του πω, πιο πολλά αυτά που δεν μου είπε -αμοιβαίοι οι φόβοι μας για απόρριψη- …νοερά ήθελα να του πάρω ένα κομμάτι του βάρους να με ρωτήσει, να μου πει όσα δεν μου είπε. (Ο νεκρός όμως έχει σφραγισμένο το στόμα, δεν κάνει διάλογο όταν το επιθυμούμε σε λάθος χρόνο.)
Δεν έχω ιδιαίτερη σχέση με τη θρησκεία και σπάνια θυμάμαι αυτά που βλέπω στον ύπνο μου. Από το όνειρο κυρίως μου έμεινε ένα φιμωμένο συναίσθημα πως κάτι ήθελε να μου πει. Όταν το διηγήθηκα στο τηλέφωνο, μου αποκάλυψαν ότι προχθές που το είδα ήταν Ψυχοσάββατο. Μια δυο μέρες τώρα μια σκέψη σφηνώθηκε μέσα στο μυαλό μου σαν μια αόρατη υποβλητική φωνή: «τα όνειρα και οι ελπίδες δεν παγιδεύονται όταν η καρδιά ξεμυαλίζει το νου». Διχάζομαι… (Από το μυαλό μου πέρασε η σκέψη πως ό, τι δεν μπορεί, η τραυματισμένη μνήμη να εννοήσει το μετατρέπει σε παραίσθηση.)
Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2007
Σκέψεις μολυσμένες με την ασφάλειά μας
Μείζον κοινωνιολογικό θέμα αποτελούν τα αποτελέσματα έρευνας εφημερίδας που αποκαλύπτει πως 6 στους 10 Έλληνες πιστεύουν πως οι κάμερες παρακολούθησης σε δημόσια σημεία περισσότερο προστατεύουν, παρά καταπατούν τα ατομικά και πολιτικά μας δικαιώματα. Δεχόμαστε λοιπόν με λεπτότητα και υπαρξιακό θράσος (φρικαλέος συνδυασμός) η προσωπική μας ζωή να «παραβιάζεται» προκειμένου να «προστατευτούμε» με το σαρδόνιο επιχείρημα πως «όποιος δεν έχει κάτι να κρύψει, δεν έχει και τίποτε να φοβηθεί».
Αυτό το επιχείρημα το άκουσα από δημόσια χείλη και εκείνη η φορά που αγνάντευα χαμένος στις σκέψεις μου, στη νέα παραλία στο ύψος της Αριστοτέλους. Επειδή δεν τους ενέπνεε η διάθεσή μου ως περιπατητής κάτω από τη βροχή, με οδήγησαν στην ασφάλεια για να διαπιστώσουν την ταυτότητά μου, παρά τις διαμαρτυρίες μου.
Τα επιχειρήματα υπέρ της βιντεοκαταγραφής και σε δημόσιους χώρους, είναι η αποφυγή των τρομοκρατικών ενεργειών και ο περιορισμός της εγκληματικότητας. Αυτή η παρακολούθηση όμως δεν έχει αποτρέψει τους εγκληματίες να εισβάλουν στις τράπεζες, τα κτίρια δηλαδή που σε τελική ανάλυση είναι αυτά που παρακολουθούνται κατά κόρον από κάμερες!
Και αν σκεφτεί κανείς το αλησμόνητο ότι (ξανά) ξεκίνησε η φιλολογία να γεμίσουμε με κάμερες τους δημόσιους χώρους όταν συνέβη το τρομοκρατικό χτύπημα στην αμερικανική πρεσβεία, το πιο καλά φυλασσόμενο κτίριο στην Ελλάδα, με φρουρούς και με κάμερες(!!!). Δηλαδή πόσες παραπάνω χρειάζονται; Μόνο γέλια θα προκαλούσε αυτή η φαιδρή νοθεία της νορμάλ σκέψης αν δεν έκρυβε κάποιους σοβαρούς κινδύνους.
Οι φιλήσυχοι πολίτες δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα επιμένουν όσοι υποστηρίζουν τη δημόσια καταγραφή μας (οι φιλήσυχοι εργαζόμενοι που δεν απεργούν, οι φιλήσυχοι φοιτητές που δεν διαμαρτύρονται, οι φιλήσυχοι χριστιανοί που δεν αντιδρούν, αυτοί που δεν «μπλέκονται»). Καλλιεργείται και θεωρείται μαγκιά το να «μη μπλέκεις», μια υποταγή, μια σιωπηλή αποδοχή, μια ροή χολής του στιλ «άκου που σου λέω εγώ να κάτσεις ήσυχος γιατί….» κάτι που διόλου δεν σχετίζεται με μια ελεύθερη κοινωνία. Αναπτύσσεται μια φοβία και μια ανασφάλεια και επιβραβεύεται ως καλός πολίτης ο αδιάφορος, ο απομακρυσμένος που έντεχνα και μοιραία παραχωρεί κυριολεκτικά στην τύχη, κομμάτια της ελευθερίας του. Αναρωτιέμαι με ρίγος αν τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να ζούμε υπό επιτήρηση. Αν θα καταγράφονται πόντοι εναντίον μας όταν συνομιλούμε δημόσια ή συναναστρεφόμαστε με «ύποπτα» άτομα, μελαψούς, Αλβανούς, απεργούς, απόβλητους και όλα τα εξιλαστήρια θύματα. Σκέψεις μολυσμένες με την «ασφάλειά μας».
Το θέμα δεν είναι η καταγραφή αλλά ποιος βλέπει αυτά τα προσωπικά δεδομένα. Στη βαθμολογία διαφθοράς στην ΕΕ είμαστε σχεδόν πρωταθλητές, μόνο η Πολωνία μας περνάει! Οι υπηρεσίες ασφαλείας και οι μηχανισμοί καταγραφής συνήθως αυτονομούνται (για να διασφαλισθεί η αντικειμενικότητά τους) αλλά δύσκολα ελέγχονται. Το πιο τρανό παράδειγμα για το πώς ασφαλίζονται τα «απόρρητα» που καταγράφονται είναι ένα βίντεο που τράβηξε δημόσια κάμερα και σήμερα κυκλοφορεί στο διαδίκτυο. Η τακτική σε καταγράφω, σημαίνει σε ελέγχω καθημερινά, να με φοβάσαι. Με φόβους όμως δεν λειτουργεί η διαδικασία της ελεύθερης σκέψης. Και τείνει να προσομοιωθεί ένα δημοκρατικό με ένα δικτατορικό καθεστώς όταν ο κάθε πολίτης είναι ύποπτος μέχρι απόδειξης της αθωότητάς του.
Και με ενοχλεί αισθητικά αν και ουσιαστικά σε κατώτερο επίπεδο, όταν πριν δυο περίπου χρόνια έγινε σχεδόν επανάσταση από τον Τύπο, την τηλεόραση και τον κάθε πικραμένο, με τις κρυφές κάμερες στα δωμάτια ξενοδοχείων που τραβούσαν υλικό από ζευγαράκια παράνομα και μη. Ξεσηκώθηκε σχεδόν το σύμπαν να διαμαρτύρεται για την παραβίαση της ατομικής ελευθερίας, (μέσα από το δικαίωμα να πηδάω στα κρυφά τη γυναίκα του γείτονα). Με ενοχλεί όχι βέβαια γιατί είμαι βράχος ηθικής, αλλά γιατί ξεσηκώνονται διαμαρτυρίες για όσα κοντόφθαλμα αντιλαμβανόμαστε, σχεδόν υπερασπιζόμενοι την ελευθεριότητα, ενώ παρακολουθούμε αδιαμαρτύρητα την ατομική μας ελευθερία να οδεύει σε ζόρικες διαδρομές…
Υ.Γ. (Η Μεγάλη Βρετανία έστησε τις περισσότερες κάμερες ανά κάτοικο από οποιαδήποτε άλλη χώρα: 50.000 στα λεωφορεία, 6.000 στο μετρό, 8.000 στους δρόμους, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα της ασφάλειας των πολιτών της. Αλλά το ίδιο το υπουργείο Εσωτερικών της, με επίσημη έκθεσή του μετά από ειδική επιστημονική μελέτη, αναγνώρισε ότι τελικά η μείωση της εγκληματικότητας ήταν σχεδόν ανύπαρκτη).
Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2007
Και όμως, ανάμεσα και σέ δύο αργίες υπάρχει ζωή
(περιμένει να της δώσεις ένα φιλί ρουφηχτό για να ζωντανέψει)
Ο Φώτης, ο γιατρός μου, επιμένει να με φορτώσει αντικαταθλιπτικά. «Κανείς μας δεν θα ξεφύγει!» λέει και συμπληρώνει χαριτολογώντας: «Όποιος έχει μια στοιχειώδη μόρφωση, μια οπτική περισκοπική και δεν τσιμεντάρισε τις διόδους της καρδιάς χρειάζεται τεχνική κάλυψη». Συμφωνούμε ότι διαφωνούμε για τα γιατροσόφια του και επίσης ότι, αν και κυκλοφορεί στις λεωφόρους του νου η μανία «να το ρίξω έξω», εμείς τις αργίες θα τις περνάμε αμφότεροι εσώκλειστοι.
Τα χείλη που χαμογελάνε μʼ αρέσουν, τα μάτια που σπινθηροβολούν με αιχμαλωτίζουν, αλλά τα καταναγκαστικά σουαρέ σε ιμιτασιόν ταβέρνες με διάχυτη μια επίπλαστη χαρά, αντιγραφή της τηλεοπτικής φλυαρίας με αηδιάζουν. Συνήθως αιωρείται ως καταναγκαστική η προτροπή «να περάσουμε καλά». Δεν θέλω να διαφέρω, αλλά δεν μπορώ να μην υπερασπιστώ τη κοινή λογική απέναντι στην κατάχρηση αυτών που μαγαρίζουν επιδειχτικά τις ζωές μας. Η σύνδεση γίνεται ευθέως με την παρεκτροπή. Τα νοσοκομεία(!) φουλάρουν μετά τις γιορτές καθώς άπαντες ρίχνονται με τα μούτρα σε φαγητά, ποτά, με δίψα οδοιπόρου που βάδιζε για μέρες σε έρημο
Καθηλωμένοι στο σπιτι, αποξενωμένοι από το να κατανοήσουμε τον διπλανό μας, οι περισσότεροι κοιτάζουμε άπραγοι με τις ώρες την τηλεόραση να βαράει το ντέφι. Πουθενά το νόημα της γιορτής, μόνο επικεφαλίδα στο πρόλογο. (Αν παρακολουθήσει κάποιος την ενημέρωση, θα διαπιστώσει ότι από τα πιο σημαντικά θέματα της εβδομάδας ήταν τα ατελείωτα «γλέντια», τα «έλα σε μένα μπαρμπα, εδώ η καλή καθαρά Δευτέρα»). Ηθελημένα ή όχι το αποτέλεσμα είναι η πολτοποίηση της σκέψης, μια σάλτσα συναισθημάτων, μια εξοικίωση με όσα ασήμαντα μας περιβάλλουν και ένα ορθόδοξο σπρώξιμο σε θλιβερές μαζώξεις που στριμώχνεσαι, ποδοπατιέσαι και αναγκάζεσαι να αναπνέεις τη δυσωδία του δίπλα, που «το ʼριξε έξω». Αυτό ονομάζεται γιορτή, παράδοση... Παρά-δοση της φαντασίας είναι, μια και δεν βρίσκω να υπάρχει ζωντάνια στους εκτροχιασμούς παρά μόνο χυδαιότητα. Ουδεμία σχέση με απόδοση τιμών ή με διονυσιακές πανδαισίες.
(Επικράτησε κατά κράτος, η χαρά να πηγάζει από τα αποκτήματα. Και όσα επιθυμητά είναι άυλα, συναισθήματα, ιδέες, πίστη, για να γίνουν κατανοητά σε ανθρώπους που ελαφρώς έχουν κατάπτωση αξιών, να μετατρέπονται σε μονάδες εμπορεύσιμες, να υποβάλλονται επιθυμίες καθʼ υπόδειξη, ισοπεδώνοντας σχεδόν τα πάντα.)Ακόμη και στο πιο αντιεμπορικό συναίσθημα, την αγάπη (ούτε αγοράζεται ούτε πουλιέται) μπήκε μπάρκοντ. Μέσα σε 25 χρόνια επιβλήθηκε στη πατρίδα του Αριστοτέλη μια τεχνητή γιορτή (Άγιος Βαλεντίνος) που δημιουργεί τζίρους στην αγορά. Στη Ελλάδα που η μυθολογία της έχει ένα θεό Έρωτα, μια θεά Αφροδίτη... Επιδεικνύεις την αγάπη σου με δώρα, για να αποδείξεις την ανιδιοτέλεια των συναισθημάτων σου… Αν δεν παραλάβεις το δώρο σου, περίπου γίνεσαι δυστυχής, αφού δεν έχεις έναν σύντροφο, αυτό που πιστεύεις πως έχει σχεδόν το υπόλοιπο του πλανήτη. Πώς να συμμετάσχεις στη χαρά των άλλων; Αποτέλεσμα στις 14 Φεβρουαρίου να είναι η ημερομηνία που στατιστικά γίνονται οι περισσότερες απόπειρες αυτοκτονίας
(Πώς περνάει κάποιος από συμμέτοχος στη γιορτή σε παρατηρητής; Μήπως σε αντικατάσταση μιας ζωή που δεν ζω, ικανοποιούμαι βλάσφημα με την παρακολούθηση της; Ίσως φταίει ότι κοιμάμαι ελάχιστα με πολλές διακοπές.)
Και μετά τη γιορτή τι;
Μετά επιστροφή στις αλυσίδες μια γκρίζας καθημερινότητας με ροζ αναλαμπές. Ο θάνατος μια αδήλωτης πόρνης, της Ανν Νικόλ Σμιθ, η επίσκεψη μιας πρώην πορνοηθοποιού της Τσιτσιολίνα, το ροζ τρίγωνο με τον διευθυντή του ΙΚΑ, τα πρώτα θέματα. Και βέβαια ηδονίζει το μπανιστήρι στην ξένη κλειδαρότρυπα. Aναμονή για την επόμενη αργία που «νόμιμα» θα ξεδώσουμε (όλοι μαζί).
Δεν έχω ύπνο και χαζεύω κείμενα περιτριγυρίζοντας στο δίκτυο. Τυχαία πέφτω πάνω σε ένα μπλογκ από την Κύπρο, με τίτλο: «Όλα είναι του μυαλού και η παντρειά της τύχης» http://drakouna.blogspot.com/ που έχει μοτο το «Οι άλλοι ας πάνε στην Ελβετία, στο Λος Άντζελες, στον Άγιο Μαυρίκιο, στο τρίγωνο των Βερμούδων. Εμείς θα ζήσουμε σε μια άσχημη πόλη και θάʼ μαστε ευτυχισμένοι».
Κοιτάζω από το μπαλκόνι.
Είναι συγκονιστική η θέα του υγρού φεγγαριού, πλάι στα φωτισμένα καράβια.
Συγκινούμαι χωρίς κάποιο εμφανή λόγο.
(Να πώς γίνεσαι ρεντίκολο όταν πλαντάζει η καρδιά σου).
Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2006
Οι Φθινοπωρινές Κυριακές του Σεπτέμβρη είναι αθώες κι ηδονικές. Για αυτό και τόσο απόλυτα προσωπικές
Έστω λοιπόν ότι ο κόσμος είναι ανάποδα και το αυριανό πρωινό δεν ξημερώνει άλλη μια μέρα του φθινοπώρου, ακόμη πιο σύντομή σε διάρκεια από την προηγούμενη, αλλά μια μέρα ενός Ανοιξιάτικου, Αυστραλέζικου Σεπτέμβρη, όπου μπουμπουκάκια, πεταλούδες, καγκουρό ανακαλύπτουν ξανά με την ίδια πρωτόγνωρη έκπληξη, τη χαρά της ζωής. (Μια ιδέα είναι, φέρε άλλη μια γύρα την υδρόγειο και ξαναέφτασες Ελλάδα.)
Το Φθινόπωρο είναι πολύ προσωπική υπόθεση και -χωρίς να ελέγχεσαι για το ακαταλόγιστο- γίνεται η καλύτερη εποχή, αρκεί να βρεις μια χαρά να κοιτάξεις μέσα από τα μάτια της. Τα δένδρα απαλλαγμένα από τα περιττά στολίδια διαλαλούν σε όλους την αφθαρσία της ουσίας ενώ τα ταξιδιάρικα μυαλά θα αδράξουν την ώρα τους για το νέο ταξίδι. Τόσο εύκολο και τόσο δύσκολο σαν τις λευκές σελίδες που απομνημονεύονται οι προσωπικές μας ιστορίες. (Και να μη σε πτοεί το γεγονός ότι κάθε φορά που το έχεις πει αυτό, στο τέλος πάλι στα ίδια κατέληξες)
Να σβήσεις αυτά που βαραίνουν και στο αύριο να επιστρέψεις με μια άγραφη σελίδα, μια καινούρια αρχή. Αν είσαι η Σκάρλετ Ο’ Χάρα θα τα καταφέρεις! «Αύριο είναι μια άλλη μέρα έλεγε» και μάλλον αυτή κάτι ήξερε, γιατί μονάχα οι Σκάρλετ επιβιώνουν στον κόσμο τούτο μετά από φωτιές, εμφυλίους και τραγικούς χωρισμούς. Πάντα όμως είχα την ελεεινή αίσθηση ότι ήταν μια μεγάλη ανόητη. Απεχθάνομαι όσο μεγαλώνω όλο και περισσότερο όσους στέκονται με ένα μολύβι και ένα τεφτέρι κάνοντας τους υπολογισμούς τους (τα τελευταία χρόνια είναι μόδα αυτή η αρρώστια).
Λατρεύω εκείνα τα μοναχικά πλάσματα που ταιριάζουν στη καρδιά του Φθινοπώρου. Αυτά που μέσα τους αντέχουν να κουβαλούν μια μελαγχολία φερμένη από πολλούς αιώνες. Λάμπει η αξιοπρέπεια τους ακόμα και σήμερα που κρύβουν πίσω από χαμόγελα, ποικίλες δραστηριότητες, έντονη κοινωνικότητα την «αντικανονικότητα τους» (Σχεδόν από τότε που ήταν νήπια μέσα στη καρδιά τους φώλιαζε μια μοναξιά - διαφορετικότητα από τα άλλα παιδιά).
Μεγαλώσαμε όμως μάθαμε, ωριμάσαμε και πριν τα χαράματα αντιστράφηκαν οι ρόλοι το παιδί κρύφτηκε πίσω, από μπροστά όσο και να το καλύπτεις, φιγουράρει εκείνη η παλιά μοναχικότητα σήμα κατατεθέν της καθημερινότητας (μας). Όμως το μέσα σου ενίσταται, δεν μπορείς να ακούς τραγούδια χωρίς την ανάλογη αγκαλιά, ούτε να φυλλομετρείς τα κίτρινα χρώματα της εποχής χωρίς να ενδώσεις παραδίδοντας το κλειδί που οδηγεί στο παιδί σε κάποιον που θεωρείς πολύ δικό σου (Σε ποιον όμως, Όταν όλα κρίνονται στις λεπτομέρειες με αλλότριες ήττες και πύρρειες νίκες, πως το κάνεις μου λες;)
Αγαπημένοι μου Τινα, Βαγγέλη, Θοδωρή, Ρήγα, Έλενα, Χαρά, τώρα τις νύχτες ξεκινάει η αντίστροφη μέτρηση και μέχρι να προσαρμοστεί η ώρα στο χειμερινό ηλιοστάσιο τα συναισθήματα χορεύουν ένα πριγκιπικό βαλσάκι (συνωμοτεί η φύση και η εποχή στη δίνη της, μπολιάζει τη ψυχή με νοερές αγκαλιές).
Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2006
... The sound of silence (Simon & Garfunkel)
Δεν είναι όλες ίδιες μα… αυτές που με τραβάνε διαβάζουν τα μάτια, έχουν ενοχές, μνήμες, άρωμα σαν περισπωμένη, είναι ερωτικές, μοιάζουν βασανιστικές, ειρωνικές, απειλητικές, εκκωφαντικές, αμήχανες, παλαβές, νοσταλγικές, δίνουν υποσχέσεις, κάνουν βουβά τηλέφωνα, είναι συνειδητές και αδυνατούν να εκφράσουν τα συναισθήματα τους. Στέλνουν κρυφά μηνύματα και με ένα βλεφάρισμα, μέσα σε λίγα λεπτά μπορούν να σου καταβροχθίζουν τα σπλάχνα. (Μετά αποκτούν ενοχικά σύνδρομα).
Πολλές φορές ένα ταλαιπωρημένο σώμα αδυνατεί να ακολουθήσει ένα ανήσυχο μυαλό που τρέχει αφηνιασμένο άλογο, μα αυτές εκεί, υπάρχουν ερεθιστικά πλάι σου, εθιστικά χαοτικές. Περιφέρονται από το Θέατρο των Βράχων και το Ηρώδειο μέχρι το Θέατρο Γης στα παλιά νταμάρια. Στη συναυλία των Scorpions, Deep purple, Depeche Mode, Καραΐνδρου, στους Shaolin, στη Shakira (μη γελάς, λέει, το κούνημα της αξίζει).
Είναι γοητευτικές, μα πιο πολύ ξεχωρίζουν εκείνες που σου χαμογελούν και σχεδόν με συνωμοτική διάθεση ψιθυρίζουν και τανίζονται ερωτικά. Κρύβουν γεγονότα που συνέβησαν σε παρελθόντες καιρούς, κρύβουν θυμό, μα πάντα ό,τι συναισθήματα και να περικλείουν είναι ο καθρέφτης μας, καθοριστικές για το μέλλον. Κάθε μια τους λέξη έχει πολλά να πει (από όλες που σε άγγιξαν μόνο αυτές θέλεις να παίρνεις μαζί σου τα βράδια).
Οι προθέσεις τους τις περισσότερες φορές είναι τρυφερές, μας γνέφουν γεφυρώνοντας τα χάσματα του νου. Κάθε απόπειρα όμως να τις εξηγήσεις ισορροπεί πάνω σε σκοινιά που τέμνονται και δημιουργούν πολύπλοκα σταυροδρόμια-αιτίες. Οι περισσότερες μας αφήνουν να υποθέσουμε, μα αλόγιστα καταλογίζουμε σε αυτές όσα μόνο το δικό μας κεφάλι φτάνει να καταλάβει. (Στην πραγματικότητα είναι οδυνηρό να μη μπορείς να τις ερμηνεύσεις).
Έχουν πολλά κομμάτια μέσα τους γι’ αυτό είναι σχεδόν αδύνατο να τις προσεγγίσεις επιφανειακά. Κάνεις υποθέσεις με αποτέλεσμα κάπου να χαθεί ένα μικρό καρφί που όμως έχει σαν αποτέλεσμα, όπως λένε κάποιοι στίχοι, να χαθεί το πέταλο (και για ένα πέταλο χάθηκε το άλογο, για το άλογο ο αναβάτης, για τον αναβάτη η μάχη, για τη μάχη ο πόλεμος, η χώρα, η αυτοκρατορία).
....ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ
Enjoy The Silence (Depeche Mode)
Δεν πρέπει να ψάχνουμε μακριά αυτό που μέσα μας έχουμε. Είναι οι σιωπές μας… Και είναι όμορφο, αληθινά όμορφο με κάποια αδελφή ψυχή να τις μοιράζεσαι. Σαν μια καυλωτική μελανιά που περιφέρεις με περηφάνια από το Κουκάκι μέχρι την Καλαμαριά. ( Όχι αυτά που λες μα όσα δεν λες και κατανοεί ο άλλος μετράνε).
Υπάρχουν πολλών ειδών από αυτές… Κάποιες απλώνουν ένα κεντημένο πέπλο στην πραγματικότητα, με τέτοιο έντεχνο τρόπο που οι άλλοι νομίζουν ότι είναι η αποδοχή των λόγων και των έργων τους. Δεν έμαθαν να τις ερμηνεύουν. Η μία σιωπή διαφέρει από την άλλη και είναι τόσες όσες μυριάδες είναι οι πεταλούδες. Ίδιος φαινομενικά ο τρόπος που κινούνται τα φτερά μα καμιά ίδια με την άλλη. Πώς μεταφέρεται η ενέργεια που εκλύεται από το πέταγμα; Οι φόρμες και ο ρυθμός του μοτίβου των φτερών διαφέρει. (Ποτέ δεν έχει το ίδιο σχήμα, το ίδιο χρώμα, την ίδια ανάσα).
'Αλλες προδίδουν βεβαιότητα, άλλες προστατεύουν. Μέσα τους κρύβουν ολόκληρους μύθους κι άλλοτε αποσαφηνίζουν μια προδοσία. Τρέχουν με χίλια μέσα από τη συνείδηση, αδιαφανείς, αποφεύγοντας να αρθρώσουν λέξεις γι’ αυτό και μας σώζουν από την αλήθεια αλλά συγχρόνως μας δεσμεύουν. ( Ίσως κάποτε να είναι οι σιωπές και όχι τα λόγια που να πονάνε περισσότερο.)
Οι σιωπές μας είναι η εύγλωττη αδυναμία να περιγράψεις αυτό που νιώθεις: πολύ πόνο ή μεγάλη ομορφιά. Μερικές φορές ειρωνεύονται την ανώφελη περιέργεια μας. Κάποιες είναι που σιτίζουν όταν ενώνονται λαίμαργα σε ένα ατελείωτο φιλί. Μία από αυτές είναι η καταλυτική που σώζει. (Κάποιες όμως… όσες δεν σκοτώνουν, σαλεύουν βουβά το νου).
“Οι Σειρήνες έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι : Τη σιωπή τους. (Και πιθανότερο, -παρόλο που δεν έτυχε ποτέ-, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους !” Φρ. Κάφκα)
Παρασκευή, 07 Ιουλίου 2006
Το νόημα της γιορτής
Τίποτα δεν δίνει μεγαλύτερη χαρά από μια σχεδόν αυθόρμητη συγκέντρωση ευγενικών σκιών με φιλικές διαθέσεις, δέρμα που ανατριχιάζει και έντονη διάθεση να ανταλλάξουν χαμόγελα, να κλέψουν αναμνήσεις γιατί έχουν βιώσει ότι η χαρά είναι κάτι που πρέπει να μοιράζεται (πώς γίνεται κάποια υγρά μάτια να λάμπουν στο σκοτάδι;).
Με ακραία αμεριμνησία, οι κάλλιστοι θα αφεθούν στην άνεση της μουσικής άσχετα με τα προσωπικά γούστα, μια και οι νότες που θα ακουστούν είναι χαρμόσυνες, απ’ αυτές που μπορούν να κάνουν τον κόσμο να χορέψει (κουνάνε το μυαλό).Διότι πέρα από λογής-λογής ευφυολογήματα η ζωή περνάει μπροστά από τα μάτια μας και πριν το αντιληφθούμε γίνεται αναμνήσεις, (μια διαδρομή που στα μουλωχτά εξωραΐζει η νοσταλγία).
Πού βρίσκεται η άκρη από το νήμα της ζωής και σε τι αποστάσεις μπαίνουν οι κόμποι στο σκαντάγιο για να μετρήσεις το βάθος των καταστάσεων και των συναισθημάτων που βίωσες; Υπάρχει το μη αναστρέψιμο για όσα έγιναν και η ελπίδα για όσα μπορούν να γίνουν. Για αυτό είναι θεμιτό κάθε μέρα να κάνουμε μια απλή βόλτα. Όταν βρίσκεσαι πολύ κοντά στον κόσμο ίσως καταλήξεις σε κάτι που θα σου αρέσει πολύ. Άλλωστε τι άλλο μένει παρά μόνο φωτογραφίες, εικόνες από καλοκαίρια, κάποια γράμματα και αναποδογυρισμένα ποτήρια που μεταγγίζουμε τον εσωτερικό μας κόσμο.
Περνώντας τη πόρτα του πάρτι αφήστε έξω, αν γίνεται, το «πάω για να περάσω καλά», «πάω για να δω», «πάω γιατί δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω», «πάω για να συναντήσω το τάδε πρόσωπο». Σίγουρα είμαστε οι πρώτες κοινωνίες στην ιστορία που έκαναν τους ανθρώπους να αισθάνονται δυστυχισμένοι αν δεν είναι ευτυχισμένοι (Πασκάλ Μπρυκνέρ).
Το μόνο που επιδιώκουμε είναι να μην προκαθορίζουμε τα συναισθήματα, αν θα παίξει η χαρμολύπη σε διπλή μερίδα ανακαλύψτε το (και όσοι ονειρεύονται μια ροζ τούρτα με κεράκια απατώνται οικτρά. Από τη στιγμή που αδυνατούμε να προσφέρουμε ένα κομμάτι σε όλους, δε θα το κάνουμε).
Όποιος θέλει να συμμετέχει, θα συμμετέχει! Και αν του κάνει κέφι μπορεί να τραγουδήσει, να παίξει με τη κιθάρα του, να βγάλει μια φυσαρμόνικα από τη τσέπη, να μασάει τσίχλα, να καπνίζει, να κόψει βλαβερές συνήθειες έστω για ένα βράδυ, να απομονώσει τις αρνητικές σκέψεις, να λαχταρήσει μια πανακότα, να γκρινιάξει γιατί κάποιες φορές κάποιες μέρες μοιάζουν τόσο ίδιες, να γνωρίσει ένα νέο φίλο, να αγκαλιάσει μια παλιά φίλη και να φύγουν πίτα μαζί. (Σε όλους μας νομίζω αρέσουν όσοι έχουν κουσούρια είναι εκτεθειμένοι και μερακλώνουν).
Όσοι γίνουν φίλοι θα είναι και συνένοχοι μας.
(Ας όψονται οι αποστάσεις, τα μαχαίρια και τα δαχτυλίδια που αλλάζουν χέρια).
Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2006
Σαλονίκη, Σάββατο βράδυ
Ήταν ένα από τα συνηθισμένα Σάββατα που κλείνομαι μέσα με τη διαφορά πως αντί να χαθώ στις μουσικές, να αναζητήσω κάποιο βιβλίο, να ασχοληθώ με τα λουλούδια μου ή να κολλήσω πάνω από το λάπτοπ, αυθόρμητα αναζήτησα τα πολύ κοντινά μου πρόσωπα για να ψήσουμε λίγα ψάρια, να γευτούμε οίνο και με κουβέντες του αέρα να χαβαλεδιάσουμε στο μπαλκόνι. Στο σπίτι, μόνο τα δικά μου άτομα αντέχω, κάθε άλλος μυρίζει παρείσακτος.
Ένα κοίταγμα με τον φίλο που ήταν σκοτεινιασμένος ήταν αρκετό για να ξεκινήσουν οι εξομολογήσεις. «Τι θα γινόταν αν…όλα έχουν τελειώσει… είπα αυτό αλλά…» Χαλαρώνεις άφοβα, σε προστατευμένο περιβάλλον, μοιράζεσαι τη χαρά ή τη θλίψη σου, απαριθμείς λάθη, ακυρώνεις ενέργειες, οι φίλοι δεν σε κρίνουν, σε κατανοούν, καθαρίζουν τις σκέψεις, σου τραβάνε το αυτί όταν είσαι λάθος και οι διαθέσεις την επόμενη ακριβώς ώρα αντιστρέφονται. Όπως στα παιδιά και στις αγνές ψυχές. Το δάκρυ γίνεται γέλιο.
Οι φίλοι μου είναι ονειροπόλοι, άτομα που τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους έχουν πει σε έναν έρωτα τους «ως τη κόλαση μαζί σου». Τους έχω δει να κλαίνε. Αλλά δεν χρειάζεται και μεγάλη φιλοσοφία για να καταλάβεις ότι όταν η ζωή σου χαμογελά, οφείλεις να τρέξεις στα τυφλά να πέσεις στην αγκαλιά της. Τους ζηλεύω όλους, αν και έχω την εντύπωση πως όλοι ζηλευόμαστε μεταξύ μας, κυρίως για τις αδυναμίες μας.
Λίγο νερό στο λαδολέμονο να χυλώσει, σκόρδο, ψιλοκομμένος μαϊντανός από τη γλάστρα και το πανηγύρι ξεκίνησε. Τερψιλαρύγγιες γεύσεις φέρνουν γέλια, πολλά γέλια τρανταχτά, που μόνο πολύ κοντινά άτομα μπορούν να ανταλλάξουν. Δεν ήταν η -έτσι κι αλλιώς- ανύπαρκτη ποικιλία του τραπεζιού και η οινοποσία που άλλαξε την αρχική μαυρίλα, ήταν η αποδοχή των συνδαιτυμόνων που έκανε τη διαφορά. Πέντε νοματαίοι, που ξεκίνησαν να κουβεντιάζουν σοβαρά πίνοντας ρακί, τσιμπολογώντας αλιευμένες νοστιμιές της Μεσογείου ψημένες στα κάρβουνα, καταλήξαμε πολύ σύντομα με φωνές και γέλια να αδειάσουμε τα κρασιά από το ψυγείο πριν προλάβουν να ξεδιψάσουν οι αισθήσεις. Τα 8 μπουκάλια που πάγωναν ήταν πολύ λίγα.
Και όταν ο Θοδωρής έπιασε την κιθάρα έπαιξε δαιμονισμένα. Τα φωνητικά φάλτσα 5 ενηλίκων που ο καθένας βαρούσε στον δικό του τόνο και κανείς δεν βρισκόταν με τον διπλανό του, σε σύνολο έδωσαν μια απίστευτη γλύκα. Ίσως γι’ αυτό δυο τρία πρόσωπα άφησαν ένα δάκρυ ανακούφισης, εξιλέωσης, χαράς, αναμονής που αυξάνει τις ελπίδες πως υπάρχουν πάντα άνθρωποι με μια πολύ-πολύ ιδιαίτερη ηθική, εραστές του απόλυτου που απέχει παρασάγγας από το φόβητρο μιας κόλασης. Μια αληθινά παρεΐστικη συγκέντρωση με άφθονες δόσεις ευαισθησίας.
Τραγουδούσαμε και κοιτούσαμε στην πόλη τη μαγεία της νύχτας, με τις χορδές να χτυπάνε ρυθμούς που ταρακουνάνε ψυχές. Τα φωτισμένα καράβια χαρτογραφούσαν τον Θερμαϊκό, μια θάλασσα γυαλί σκοτεινή και παράξενα όμορφη. Ένα 5μελές πλήρωμα μπορεί να επιβεβαιώσει ότι σε πάει στην αντιπέρα όχθη. Αυτή η ηδονή να αφήνεσαι εντελώς χύμα χωρίς το άγχος του πνιγμού, γιατί είσαι μεταξύ φίλων διατεθειμένων να σε ακολουθήσουν στις αποφάσεις σου, μόνο με το να σφίγγεις στην αγκαλιά σου έναν ερωτευμένο εκπεσόντα άγγελο μπορεί να συγκριθεί.
Ήμασταν ψηλά σε μια γειτονιά της παλιάς πόλης, μια παρέα που μιλούσε την ίδια γλώσσα, αυστηρά θεσσαλονικιώτικης αντίληψης, νοοτροπίας και ύφους που πάτησε στις αλάνες και τους δρόμους του Ντεπό, του 'Αη Δημήτρη και της Αγίας Τριάδας. Αυτό το 10ωρο γλέντι που ξεκίνησε 7 το απόγευμα μπορούσε να πάρει τέλος μόνο με την αλαζονική απειλή ότι πάω για ύπνο και ο Θεός να βάλει το χέρι του για το τι θα τους συνέβαινε, αν εξαιτίας τους έχανα την Κυριακάτικη εκδρομή μου, που ξεκινούσε σε 3 ώρες.
Υ.Γ. 'Αψογοι οι γηγενείς γείτονες.
Υ.Γ. Ακόμη αναρωτιέμαι αν αυτό που μοσχοβολούσε ήταν το γιασεμί, το θυμάρι και η ρίγανη που πέρυσι αγοράστηκαν από μια ανθοέκθεση ή μήπως ήταν η χαλαρή διάθεση που μας παρέσυρε. Φυσούσε κι ένα νωχελικό αεράκι…
Τετάρτη, 07 Ιουνίου 2006
Τα φωτεινά μάγια
Είναι εκπληκτικό πόσο μπορεί να σε επηρεάσει η στάση ζωής ενός από αυτά τα πλάσματα που πήρε ανθρώπινη μορφή, τα δοσίματα, η καθημερινότητα του, αυτά που έκανε, αυτά που έταξε στον εαυτό του για να κάνει. Μιλώ για τα παιδιά που, σε άσπλαχνους καιρούς και χωρίς ανταλλάγματα, σε ρημαγμένους κήπους δίνονται σε πράξεις αλληλεγγύης, αγκαλιάζουν όλα τα χαμένα, έχουν πίστη και ιδανικά. Στην αρχή πίστευα ότι όλα γίνονται επειδή βαριούνται, ότι είναι ομοούσιοι -απλά λίγο πιο εξευγενισμένοι- φλώρων του Κολωνακίου και φθηνών κυριών που κρύβονται και κρύβουν τα κενά τους πίσω από φιλανθρωπικά σωματεία. Έκανα λάθος και το κατάλαβα όταν έφτασε μόνο ένα άγγιγμα που ήταν όμως δυναμίτης, για να ανεβάσει στη επιφάνεια και να εξαφανίσει τις ταπεινώσεις, τους φόβους και τις συντριβές μου, σαν σκοτωμένα ψάρια. Έχουν ψυχή και άντερα αυτοί οι άγγελοι και αιωρούμενοι αφήνουν βαριά ίχνη. Είναι τα φωτεινά τους μάγια. Λίγες λέξεις, μια ματιά, μια πράξη μπορεί να αλλάξει τα πάντα. Αφυπνίζουν εμάς που δεν είμαστε εξίσου καλοί στο να κατανοούμε τα σημαντικά και να αγνοούμε τα τετριμμένα. Η λιτότητα της γλώσσας, η καθαρότητα του λόγου, οι πράξεις τους, γεννούν το λυρισμό των εικόνων που αντικατοπτρίζουν την αληθινή ποίηση της ζωής, δικαιώνοντας έτσι το πέρασμά τους από αυτόν τον κόσμο.
Κάποιοι είναι ταγμένοι να συλλέγουν τα άγρια κύματα και το κάνουν ασταμάτητα με το πάθος ενός Προμηθέα που αγάπησε τον άνθρωπο και μέθυσε από τα μάγια του ανθού μιας λεμονιάς. Ακατανόητο στους πολλούς. Χαμένη υπόθεση για άλλους. (Κι εγώ σκέφτομαι ότι ποτέ και σε κανέναν δεν είπα για τη δέσμευση μου στο φίνο άρωμα του λεμονανθού). Αυτές οι ψυχές προορισμένες να χαρίζουν την αγάπη τους, αυτοδεσμεύονται να ζουν σε μαχαλάδες και να πορεύονται σε μια λεωφόρο που κυκλοφορούν αρμονικά με αστρικές ταχύτητες, αισθήσεις, σκέψεις, πράξεις αλληλεγγύης. Προκαλούν το φόβο κάνοντας χειρονομίες ζωής, γιατί θυμίζουν τη χαρά της εμπιστοσύνης και άγρια ξεχασμένα όνειρα που ξέφτισαν. Όταν πέσεις επάνω τους, είναι σαν να λούστηκες με μια βροχή, σαν μια κάθαρση που φτάνει πιο βαθιά από το κόκαλο. Δέχεσαι κάτι γνωστό από πάντα, χαμένο για χρόνια, που αναγνωρίζεις μέσα σ’ ένα κατακλυσμό που ποτίζει και ανθίζουν αγριολούλουδα.
«Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και αυτό που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. 'Αλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη.» (Γιώργος Σεφέρης Νοέμβρης 1963 κατά την παραλαβή του Νόμπελ στην Ακαδημία της Στοκχόλμης).
'Αγγελοι -πόσοι έχουν μείνει άραγε- με φωτεινά χαμόγελα που τα ονομάζουν συνθηματικά μάγια για να γεμίζουν τις άδειες μνήμες μας; Και κρυφογελώντας με τον πιο φυσικό τρόπο όταν αναζητάς έναν ανθό, σου αποκαλύπτουν ολόκληρο λεμονοδάσος. Δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος για να κατανοήσω ότι τα χρόνια που έζησα αρκούν για να ξεχάσω τις ασήμαντες στιγμές και η ενός λεπτού ανάσα για να θυμηθώ όσα ξέχασα.
Μια εύλογη ερώτηση είναι πώς είναι η μορφή αυτών των παιδιών, πώς τα ξεχωρίζεις, πού τα βρίσκεις; Δεν τα βρίσκεις, έρχονται αυτά όταν πρέπει, με έναν ακατανόητο τρόπο φθάνει το μήνυμά τους και έγκειται σε σένα να τους ανακαλύψεις. Μακριά από τις ζωές μας, στέκονται πολύ κοντά στην καρδιά μας. Μπορώ να τους περιγράψω με ακρίβεια φονική, αλλά πώς να μεταδόσεις τη γεύση που έχει το μενεξελί άρωμα, πώς να καταγράψεις τον αφρό της θάλασσας; ( ...χωρίς να τα ευτελίσεις)
«Για μερικούς το πιο ωραίο πράγμα στον κόσμο είναι μια ίλη ιππικού. Για άλλους μια παρέλαση πεζικού.Για άλλους τέλος, ένας στόλος στη θάλασσα. Αλλά για μένα, είναι να βλέπεις κάποιον να αγαπά κάποιον»
Σαπφώ (Γραμμένο τριαντατόσους αιώνες πριν, τις εποχές που υπέρτατη αρετή ήταν η ανδρεία, μια γυναίκα πρώτη τραγούδησε την αγάπη).
Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2006
Θεσσαλονίκη... Ένα βήμα μπρος και δύο πίσω
Και ο ατρόμητος ιππότης σιγοψιθυρίζοντας το όνομα της δέσποινάς του (Καλλιόπη, Κατίνα, Βαλεντίνα) έπεφτε στη μάχη (και μετά στο πλιάτσικο). Για να τιμήσει τα χρώματα της σημαίας του. Από τότε βέβαια πέρασαν χρονάκια πολλά. Όμως, όπως ο σύγχρονος τραγουδοποιός άδει, «όλα αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν».
Εν έτει 2006 η Θεσσαλονίκη, απέκτησε το σύμβολο της: η σημαία Της. Δεν θέλω να αναφερθώ στο αισθητικό αποτέλεσμα, δεν είναι εκεί το θέμα μας, γιατί αφενός θα γίνω κακός, πολύ κακός και αφ’ ετέρου το κιτς είναι θέση και άποψη. Ή το ‘χεις ή δεν το ‘χεις…
Ο συμβολισμός είναι που με σκιάζει, αυτά που υποδηλώνει, αυτά που υπονοεί. 'Ασπρο και γαλάζιο χρώμα, μια σειρά τείχη-πολεμίστρες και το κεφάλι του Μεγαλέξανδρου. Ενδεικτικό σύμβολο της στείρας νοοτροπίας που υπάρχει. Γιατί αν η πρώτη εντύπωση παραπέμπει σε μεσαιωνικά έτη, σε πόλεις-κάστρα που οι άρχοντες οχυρώνονταν πίσω από ψηλά τείχη εμποδίζοντας οτιδήδοτε «ξένο» σώμα, ιδέα, να μολύνει «την πόλη τους», η δεύτερη ανάγνωση οδηγεί απευθείας σε συνειρμούς για Μακεδονομάχους με υπέρμαχο στρατηγό τον Μεγαλέξανδρο. (Πώς λέμε ελεύθερο πνεύμα, ανοιχτοί ορίζοντες; Καμία σχέση!).
Αυτό είναι το σύμβολο της πάλαι ποτέ κοσμοπολίτισσας του Βυζαντίου και των Βαλκανίων; Tης πόλης του Μητροπολίτη και λόγιου Ευσταθίου (12ος αι.), του Γρ. Παλαμά (13ος αι.), του Ναζίμ Χικμέτ, του Αιμίλιου Ριάδη, των Γ. Βαφόπουλου, Ν. Γαβριήλ Πεντζίκη, Γ. Θέμελη, Γ. Ιωάννου; Αυτή είναι η Θεσσαλονίκη του Ασλάνογλου, του Αναγνωστάκη, της Καρέλη, του Μοσκώφ, του Χριστιανόπουλου; Κατάντια! Σαν φαρσοκωμωδία μοιάζει. Τι να πω… (Τα τείχη από ποιον μας προστατεύουν, όταν οι βάρβαροι από μέσα αλωνίζουν…). Ας κάνω λάθος, ας είναι διαβατάρικη η αίσθηση μου.
Αυτό ξέρω είναι ότι οι σύγχρονες πόλεις γκρεμίζουν που τα τείχη, γίνονται χώροι ανταλλαγής ιδεών (ότι δηλαδή ήταν πάντα αυτή η πόλη). Είναι πόλεις ανοιχτές με όραμα, σχεδιασμό, τομές, ρήξεις, μεταρρυθμίσεις οργανωμένες στα πλαίσια των σύγχρονων πολυ-πολιτισμικών κοινωνιών (η ίδια η ιστορία της Θεσσαλονίκη μας το διδάσκει αυτό). Από μια σύγχρονη πόλη αυτά θα περίμενε κανείς.
Αντί αυτού (προδίδοντας την καταγωγή μας), καταλήξαμε να έχουμε μια πόλη αφιλόξενη, ξενοφοβική που καλλιεργεί την απομόνωση, δοξάζει την εσωστρέφεια, βραβεύει την ημιμάθεια και κλείνεται στο καβούκι της ρέποντας προς τον επαρχιωτισμό, κάνοντας σημαία της το λαϊκισμό. Με αποτέλεσμα, αντί να πρωταγωνιστεί, να λουφάζει (αυτή που κάποτε υπήρξε πρωτοπόρος στα θέματα πολιτισμού) και ξεδιάντροπα, κουραστικά να επαναλαμβάνει ότι για όλα φταίει η επάρατος Αθήνα.
Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι αν η Θεσσαλονίκη φιλοξενούσε τη Γιουροβίζιον, τότε οι ιθύνοντες θα θεωρούσαν ότι αυτό είναι «το» πολιτιστικό γεγονός της δεκαετίας. (Γιατί δεν είναι;;;;; σαν να ακούω αθώες και γνήσιας απορίας φωνές!!!) Δυστυχώς, αυτό είναι το μεγαλύτερο κακό. Δεν καταλαβαίνουν, αδυνατούν να αντιληφθούν ποια είναι η βυζαντινή πόλη με τα χίλια πρόσωπα. Σχεδόν καθημερινά λαμβάνουμε τα αρνητικά δείγματα μιας νοοτροπίας που υποδηλώνει ότι είμαστε «αλλού γι’ αλλού». Με λύπη μου, στην ΤV100 άκουσα από τα πλέον επίσημα χείλη τη δήλωση ότι ένα από τα δύο μεγαλύτερα πολιτιστικά γεγονότα της Θεσσαλονίκης είναι οι Γιορτές του Καρναβαλιού. (Δεν λέω... ισχύει ο καθείς και τα πρότυπα του! Σε εμάς έλαχε και ζήλεψαν οι άρχοντες τη δόξα του Σοχού και της Κρύας Βρύσης).
Το έτερο φυσικά κορυφαίο γεγονός επίδειξης της κουλτούρας της πόλης είναι οι ανεκδιήγητες γιορτές Αγγέλων ( η χριστουγεννιάτικη σύναξη στη Πλατεία Αριστοτέλους με το σύνθημα «όλη η πόλη μια παρέα» γίνεται η αποθέωση του «γύρω-γύρω όλοι» υπό τη συνοδεία αοιδών της πίστας και σόουμεν!). Και αυτό το ονομάζουν πολιτισμό!
Ας υποθέσουμε πως έβγαινε στα ΜΜΕ ο δήμαρχος της Αθήνας, της Ρώμης, του Βερολίνου, του Μιλάνου, της Πράγας να δηλώσει πως το μεγαλύτερο πολιτιστικό γεγονός της πόλης του είναι το Καρναβάλι της (κοινώς τα πανηγύρια)! Θα τον ξέσκιζαν οι εφημερίδες με πρωτοσέλιδα, τα κανάλια, οι δημοσιογράφοι, οι σκεπτόμενοι πολίτες. Εδώ όμως … Τι συμβαίνει; Ανυπαρξία, αδράνεια, μπαξίσια ή φιμωμένες φωνές; Μεσαίωνας! Σαν να τιμωρεί ο ένας τον άλλο. Αν τώρα έπεσε στην υπόλοιπη Ελλάδα η (αφρικάνικη) σκόνη, σε εμάς μοιάζει να κόλλησε εδώ και χρόνια και να έπνιξε ώτα και οφθαλμούς. Τίποτε άλλο!
(Είμαι ονειροπόλος, το δέχομαι, μα σαν στα μάτια μου μπροστά ανέμισε το λάβαρο της πόλης, όλα αυτά έτσι μπερδεμένα ήρθαν στη αλήτισσα σκέψη μου;)
Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη...
«Θα την ανεβάσουμε και στη μηχανή, εσύ θα οδηγείς, αυτή στη μέση κι εγώ θα κάθομαι πίσω να την κρατώ σφιχτά αγκαλιά…» (κοκκινίζει με τη σκέψη και μόνο…) «… δεν θα έχει και κράνος άλλωστε» (συμπληρώνει για να δικαιολογηθεί). «Μπαμπά, θα την πάμε και στις καβουρότρυπες στα βραχάκια, έτσι;» (βολτάραμε εκεί τον Σεπτέμβριο, όταν είχαν φύγει όλοι).Σοβαρεύεται… «Θα της κρατάω το χέρι να μην πέσει, είναι επικίνδυνα εκεί».
Ο μικρός μου, μόλις 8 ετών, ένιωσε να τον τρυπάνε τα βέλη του έρωτα… Για καλή του τύχη, με ανταπόκριση. Η ποθητή έχοντας ζήσει τις ίδιες 'Ανοιξες, αφού του απέσπασε δηλώσεις ότι την αγαπάει, εκδηλώθηκε δείχνοντας ανάλογη συγκίνηση. Συμμαθητές στην ίδια τάξη (3η Δημοτικού) άνοιξαν πρόωρα τις φτερούγες τους με κατεύθυνση τον παιδικό ίμερο… Στον ήχο του τηλεφώνου πετάγεται αλαφιασμένος, περιμένοντας πρόσκληση για παιχνίδι . Στα διαλείμματα στο σχολείο, μου λέει ότι «την προστατεύει» από τα άλλα αγοράκια και ότι μόνο αυτός (ο άντρας ο επιδέξιος, ο δυνατός) την πιάνει όταν την κυνηγάνε… Μικρέ μου, σκέφτομαι, ίσως κάποτε να μάθεις ότι αυτή που αφήνεται να πιαστεί, αυτή πάντα επιλέγει. Αιώνων σοφία έχει υφάνει τη θηλυκή φύση.
Με κοιτoύσε όλο απορία όταν του ζήτησα να την περιγράψει. Αδυνατούσε να μου πει αν έχει μακριά ή κοντά μαλλιά, ή το χρώμα των ματιών της, δεν θυμόταν ούτε καν τι ρούχα συνήθως φορούσε… Για τον ερωτευμένο μικρούλη μου είναι ΑΥΤΗ. Η αιώνια γυναίκα που ξέρει να προσελκύει αγγίζοντας τα όρια του πάθους, χωρίς απαραίτητα να είναι η Ωραία των Ωραίων.
Αυτά τα παιδιά είναι πολύ μικρά ακόμη για να προσέχουν αν είναι trendy τα ρούχα που φοράνε. Η μικρή δεν ηδονίζεται ούτε κιαλάρει λογαριασμούς τραπεζών, κότερο και πιστωτικές για να υγρανθεί… Δεν έγινε ακόμη η απελπιστική ξανθιά που ακουμπώντας το δεξί χέρι στην πόρτα ενός κάμπριο καμαρώνει πίσω από τα γυαλιά ηλίου σαν παγώνι για το τρόπαιο. Και ο μικρός δεν έγινε ακόμη ένας μαλάκας που οδηγεί μια «γκομενοπαγίδα». Είναι τα μάτια που κοιτάχτηκαν και μια απροσδιόριστη έλξη που γέννησε αυτό που ονομάζεται αγάπη.
«Πώς θα αντιμετωπίσει τη ζωή; Έτσι μαλακός σαν βούτυρο θα τον πατήσουν…» μου έλεγε η θείτσα. «Η ζωή είναι μια συναλλαγή. Αυτός, έτσι που είναι θα πληγωθεί… Πρέπει να τον προετοιμάσεις....» Δεν νομίζω ότι θέλω να τον «προσγειώσω». Ο μικρός ήδη φαίνεται να αγαπάει καθ’ υπερβολήν. Όπως κάθε ερωτευμένος «ανεβαίνει», για την ακρίβεια ίπταται στον έβδομο ουρανό. Τα συναισθήματα του δίνουν αυτοπεποίθηση.
Δεν έχει -και δεν πρέπει να δώσει- σημασία ποτέ στη ζωή του, αν και πόσο θα πληγωθεί.. Από το να φοράει στενό κολάρο που να τον πνίγει και να κρατάει καβάντζες για να αποφεύγει τυχόν λαβωμένα συναισθήματα, χίλιες φορές να μείνει έτσι ευαισθητούλης -ανοιχτός στη ζωή κι ας ματώσει. Καμιά φορά η γεύση που έχει το αίμα είναι γλυκιά. Οι πληγές θα επουλωθούν και κάθε τραύμα θα είναι ένα παράσημο. Το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι ότι στα πρώτα του βήματα μαθαίνει να εκδηλώνει τα συναισθήματα και να βιώνει ότι η αγάπη είναι το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο.
«Μου είπε ότι κι αυτή μ’ αγαπάει... Μ’ αρέσει να τη σκέφτομαι με τις ώρες μπαμπά.» Πουλάκια μου…
Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2006
Το μουνί το λένε Γιώτα
Στις περισσότερες κοινωνικές συνευρέσεις όταν κάποιος θα αυτοπαρουσιαστεί ή όταν θα στον συστήσουν, δεν θα είναι απλά ο Γιώργος, η Μπέτυ, ο Αποστόλης … Κάτι ακολουθεί, μια και η έννοια «άνθρωπος» ουδεμία αξία έχει ...
Σχεδόν συνειρμικά θα προστεθεί: δικηγόρος, συγγραφέας, οδοντίατρος... ή κάτι πιο απροσδιόριστο, οικονομικός σύμβουλος, executive manager. Σαν να θεωρείται αγένεια να συστηθείς και να πεις απλώς λέγομαι π.χ. Παπαδόπουλος. Νέτα σκέτα ένα όνομα, δίχως τίτλο ή επάγγελμα. Αντίθετα, φοράς μια (κοινά αποδεκτή) μάσκα (επιστήμονας, υπάλληλος, πολιτικός), που υποδηλώνει τη συμπεριφορά και τη θέση σου. Πριν απο το ποιος είσαι, προηγείται τι δουλειά κάνεις, τι ιδιότητα έχεις, μάνα, εργαζόμενη, νοικοκυρά, στέλεχος, ποιητής, πού ανήκεις, ακόμη σε ποια περιοχή κατοικείς. Μέλος φιλανθρωπικού σωματείου, οργάνωσης, οπαδός μιας ομάδας. Κάτι πρέπει να δηλώσεις. {Οι μέρες που βαφτίζονται καρναβαλικές ευνοούν το ξέδωμα, το ξεμπούκωμα και δικαιολογούν πέρα για πέρα τη φυγή από τα όρια του καθωσπρεπισμού. Δεν είναι παράξενη λοιπόν η απόλυτη εξοικείωσή μας με τα καρναβαλικά έθιμα}.
Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις ήταν μια κουβέντα που είχα τις προάλλες και η πίεση από μια παρέα επιφανών πολιτών να ντυθούμε, να διασκεδάσουμε, να ....σπάσουμε τη μονοτονία. Συλλογίζομαι ότι άπαντες κρυβόμαστε πίσω από μια μάσκα... (τόσα χρόνια φορώντας την, έχει ξεχαστεί κι έγινε ένα με το πρόσωπο). Μια μάσκα που πολλοί από μας τη βγάζουμε μόνο στα καρναβάλια. Με πάταγο! Για να την αντικαταστήσουμε με αυτή που υποδηλώνει το «αποκριάτικο πνεύμα». Και που πιο πολύ ανταποκρίνεται στο πραγματικό μας πρόσωπο.
Έτσι, μετεμφιεσμένοι πίσω από την ανωνυμία, πλείστοι καταλήγουν σε άκρως τολμηρού περιεχομένου ενέργειες. Αυθαδιάζουν, σατιρίζουν, απαιτούν, διεκδικούν, με την προσωρινή κατάργηση και αναδιανομή τίτλων και προνομίων, τη μεγαλοπρεπή ευκαιρία, μια φορά το χρόνο να ξεδώσουν. Τα δουλικά θα γίνουν βασίλισσες, πριγκίπισσες και η χαριτόβρυτος αστή θα ντυθεί με τα κουρέλια. 'Απαντες, καρπούμενοι την «νόμιμη» ευκαιρία να κρυφθούν πίσω από τη μάσκα, δύνανται να ξεφύγουν από τα όρια τους αναζητώντας τον (από χρόνια χαμένο) εαυτό τους.
Και η γιορτή θα είναι ένα τραγούδι προκλητικό, δηλωτικό, αφού κατά κοινή παραδοχή ο λόγος είναι η πρώτη ενσυνείδητη πράξη που καποιος τολμά να εκφράζει επιθυμίες. Γι’ αυτό τα μασκαρέματα ευνοούν τις αθυροστομίες. Διόλου παράξενο λοιπόν που η σεμνή, «τίμια», μάνα, νοικοκυρά και ο μεσήλικας άρεν, στυλοβάτης της κοινωνίας, διονυσιάζονται άδωντας «το μουνί το λένε Γιώτα». Ουδεμία παραεξήγηση.
Φιλάρεσκα ο καθείς που συμμετέχει «παίζει» με το άλλο πρόσωπο, το επιμελώς κρυμμένο και διόλου αδιάφορο.Μ’ αρέσουν τα καρναβάλια. Τελικά μάλλον είναι και η μοναδική περίπτωση που ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις.
Υ.Γ.1 Ορμώμενος από το πνεύμα των ημερών δεν μπορώ να αντισταθώ να αναπαράγω ένα γνωστό ακραίο αλλά γι’ αυτό ίσως και τόσο δηλωτικό ανέκδοτο /ιστορία της αποκριάτικης κραιπάλης. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήθους, ύφους και υποκρισίας. Ο ευπρεπής κύριος με το πρόσωπο επιμελώς κρυμμένο στη φενάκη ενός τρελού καρνάβαλου μη κινδυνεύοντας να παρεξηγηθεί και μετά από επίμονη πολιορκία «στρίμωξε» την κρυφογελούσα σιωπηλή νεαρά. Κατάφερε να την απομονώσει σε κάποιο δωμάτιο του σπιτιού, μεταστρέφοντας την ελευθεριάζουσα ατμόσφαρα προς όφελός του και επιχείρησε να τη σοδομίσει. Οποία η έκπληξη που συνετάραξε τον δυστυχή, όταν σε κάποια επίμαχη φάση η νεαρά, μισοναζιάρικα, άφησε μια κραυγούλα «Α σιγά, θα με πονέσεις καλέ μπαμπά...» Ηθικό δίδαγμα: Η πραγματικότητα σοκάρει.
Υ.Γ.2 Φυσικά και θα «ντυθώ καρναβάλι». Πόσες μάσκες δικαιούμαι να έχω;
Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2006
Χαμογελάστε και όλα θα πάνε κατ’ ευχήν
Κατηφορίζοντας στα δρομάκια της πάνω πόλης σκεφτόμουν ότι είναι η μοναδική εορτή που στις εκδηλώσεις λατρείας δεν καλείσαι να τιμήσεις το πρόσωπο του Αγίου, αλλά το πρόσωπο που εσύ έχεις επιλέξει.... Μέρα επίδειξης αλλά και απόδειξης συναισθημάτων, που γίνεται αφορμή για εκδηλώσεις πίστης αλλά και αναζήτησης της… Αποκάλυψης -αλλά και κάλυψης της ερωτικής ένδειας. Οι περισσότεροι επιδεικνύουμε την έλλειψη του έρωτα με την ικανότητα να γινόμαστε χάλια. Άπαντες όμως μεταμορφωνόμασε όταν ερχόμαστε σε επαφή μαζί του.
Κάποιοι, συνήθως νεότατοι, ερωτεύονται σχεδόν καθημερινά. Άλλοι πάλι μεστοί και περισσότερο σώφρονες (;) μια δυο φορές στη ζωή τους. Οι περισσότεροι θα το επαναλάβουμε όποτε μας δοθεί η ευκαιρία να κλείσουμε το κενό που χάσκει μέσα μας.Κάποιοι πάλι είναι επιφυλακτικοί, προσεχτικοί για να «μη την πατήσουν»....Θυμίζουν αυτούς που μπροστά σ’ ένα πλούσιο τραπέζι με εδέσματα κάνουν δίαιτα... Μα ο ερωτευμένος από αυτό ακριβώς πάσχει, από την έλλειψη του μέτρου. Έρωτας είναι η δίψα και η πείνα του κορμιού και της ψυχής.
Η κοινωνία μας δέχεται την τρέλα του έρωτα μα εθιμικά βάζει τους κανόνες της. Δεκτά μόνο τα ομοειδή, ίδιας καταγωγής, οικονομικής κατάστασης, μόρφωσης , εμφάνισης , ηλικίας, χρώματος. Ο κούκλος πρέπει να πάει με την κούκλα, ο άσχημος με την άσχημη, η πόρνη με τον νταβατζή, κι αν κάποια αρτιμελής ερωτευτεί κάποιον σακάτη κάπου το σχήμα θα μπάζει. Οτιδήποτε σπάει τον συνδυασμό εξοβελίζεται στο πυρ το εξώτερον.
Γι αυτό σχεδόν πάντα υπάρχει ένας θύτης κι ένα θύμα στα μάτια των άλλων. «Δεν ήταν της σειράς της», «τι του βρήκε», «τι της βρήκε», «του άξιζε μια καλύτερη», «τον τύλιξε», «την πήρε για τα λεφτά της», «η τσούλα τα ‘χει μ’ έναν παντρεμένο-η». Ένα είναι σίγουρο, ουδείς δύναται να κατανοήσει τον έρωτα των άλλων... Ο οίκος της επιθυμίας παραμένει ερμητικά κλεισμένος στη λογική.
Μοιραία συνάντηση, κισμέτ ή καθοδηγούμενος από τη λογική (κόρη ενάρετη με γαλλικά και πιάνο χριστιανικής παιδείας, κληρονόμος πλουσίας οκογενείας ζητεί ιατρό δικηγόρο... κάποιων αναλόγων προσόντων, βρε αδελφέ) ... ο έρωτας υπακούει στη δύναμη της φύσης, στο αντάλλαγμα των ματιών, στο εγκεφαλικό αγκάλιασμα και όχι στη λογική συνέπεια. Δεν αγαπά την τάξη και την ασφάλεια, επαναστάτης γαρ. Δεν έχει ωράριο και δεν χτυπάει κάρτα. Χλευάζει και καταπιέζει, εγωκεντρικός και σκληροπυρηνικός μυρίζει γενετήσια ορμή και γίνεται τόσο αγνός και ανήθικος, όσο δύσκολος και γελοίος.
Αγαπάει τα μεγάλα λόγια, γεννάει τις μεγάλες πράξεις. Λένε πως είναι τυφλός... γι’ αυτό δεν οδηγεί πουθενά, κάθε καινούριο ξεκίνημα είναι μια νέα αυταπάτη Και λοιπόν;
Δύο πράγματα είναι σίγουρα: ούτε προακαθορίζεται η στιγμή που θα ‘ρθει ούτε χρειάζεται να συντρέχει κάποιος σημαντικός λόγος για να ερωτευθούμε! Κι αυτό είναι πολύ σοβαρό... Μήπως από αβλεψίες, παραλήψεις, συμπτώσεις και τυχαία περιστατικά δεν ξεκίνησαν τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωής μας;
Παρασκευή, 03 Φεβρουαρίου 2006
Οι «Άγγελοι του Δήμου»
Τα τρία γλυκά φωτισμένα αγγελάκια.... Αν και δύσμορφα στην εμφάνιση όταν τα πρωτοείδα, είχα συγκινηθεί με την αμφισημία της εικόνας τους. Αφενός γιατί πλυμμύριζα νοσταλγία ενθυμούμενος το τηλεοπτικό «Λούνα παρκ» του μπάρμπα Γιώργη με τα λαμπιόνια, αφετέρου γιατί έδινε το τέλειο ψυχογράφημα της πρωτεύουσας των Βαλκανίων...
Παρακολούθησα τις αναλύσεις για το έργο, από αυθεντικούς ειδήμονες (ή τουλάχιστον τέτοιο ύφος είχαν): τι υποκειμενική ματιά, τι πολλαπλές αναφορές και εξπρεσιονιστικές αμφιταλαντεύσεις -η ευρωπαϊκή κουλτούρα στ’ αλήθεια ταρακούνησε τον νεοσουρεαλισμό μου. Με γηπεδική μανία βγήκε από μέσα μου η κραυγή « Πάρτε τα στα μούτρα Αθηναίοι». Τι κάνατε εσείς τον Δεκέμβριο; «Τα χρόνια της αμφισβήτησης: η τέχνη του 70 στην Ελλάδα», «Έκθεση πολιτικής γελοιογραφίας» στη Βουλή των Ελλήνων, «Αντιστίξεις» στο Μπενάκη, «2ο βραβείο Ευρωπαϊκής Ζωγραφικής μουσείο Φρυσίρα» και με δεκάδες άλλα παρόμοια με ζάλισε η ειδικός μας περί τέχνης Μαρία. Εμείς εδώ δημόσια δια-δηλώνουμε την ασθητική μας στις παρυφές της καθημερινότητας και στην καρδιά του λαού. Αλλωστε η αισθητική τύπου «Φωτούλης» εδώ δεν διέπρεψε;
Όσο περνουσαν οι μέρες και απομακρυνόμασταν απο τα Χριστούγεννα, έφτασα σχεδόν να πιστέψω ότι μια και το έργο αυτό αλληλοπροσδιορίζεται με την πόλη, επιτέλους κάποιος ανέλαβε την πρωτοβουλία και θα μείνει για πάντα εδώ. Κι αυτό για να μη νομίζουν μερικοί άθλιοι νότιοι ότι μόνο στα αθλητικοποδοσφαιρικά ανατσουτσουρώνεται η πόλη και βγάζει γλώσσα, όταν αραιά και που κερδίζει κάποια ομάδα τους. Αν κιοτάτε Αθηναίοι πάμε για κόντρες και στα καλλιτεχνικοπολιτιστικά (στις βραδυνές τουαλέτες και φωτογραφίσεις των επισήμων προσκεκλημένων ενοώ...)
Δεν είναι να απορεί λοιπόν κανείς που ο κ. Καρατζαφέρης εξ Αθηνών τείνει να περιφρονήσει τη πρωτεύουσα και επιθυμεί σφόδρα να μετοικίσει στα μέρη μας! Κάπου να σε καταλαβαίνουν... (αυτό ήταν ταινία νομίζω) Κομίζεται σαν υποψήφιος δήμαρχος και απειλεί ως δαμόκλειος σπάθη τη σταθερότητα αυτή της πόλης.
Ακούσατε κανέναν να διαμαρτύρεται; Είδατε να γίνεται χαλασμός από τα πρωτοσέλιδα στον τοπικό τύπο, «πού πας ορέ χαμουτζή, εδώ έχουμε δικά μας παλικάρια»; Σεμνά και ταπεινά, κατά το δόγμα, αποδεχόμαστε σχεδόν τα πάντα με μια νοσηρή στωικότητα Mοιραία ανακαλύπτεις απέναντι σου σ’ ένα βλέμμα στον καθρέπτη τον εαυτό σου να πετά καβάλα σ’ ένα άσπρο σύννεφο. Έτσι κι αλλιώς όλα πάνε καλά (κι αυτό άσμα είναι)! Σσσσσσς η πόλη κοιμάται......
Και το απίθανο είναι ότι τίποτε δεν γίνεται «εξεπιτούτου», όπως θα έλεγε κάποιος λαϊκός ηγέτης. Απλά ουδείς από τους ντόπιους ταγούς του πολιτισμού αντιλαμβάνεται για τι πράγμα μιλάμε.... σε κοιτάζουν με το νιρβάνα χαμόγελο- καρμπόν και με γνήσια απορία (γιατί διαμαρτύρεσαι;) Σ’ αυτή τη πόλη παρανοούμε το «ασυνείδητο της τέχνης», κατανοώντας το ως «οι ασυνείδητοι που ασχολούνται με τον πολιτισμό και τη τέχνη».
Και ενώ ετοίμαζα λάβρος αυτό το κείμενο με αφορμή τους «Άγγελους του Δήμου», κάποια ξεχασμένη επιτροπή καθαριότητας, (ψεύδος μέγα! η πολιτιστική αστυνομία πρέπει να ήταν) πέρασε και -μια μέρα πριν μπει ο Φλεβάρης- το ξήλωσε!
Φρονώ ότι οι αρμόδιοι έχασαν τη μεγαλύτερη ευκαιρία επίδειξης λεπτού γούστου και χιούμορ. Αφήνοντας για λίγες μέρες ακόμη το κακοτέχνημα της Αριστοτέλους. Πολύ σύντομα (της Απόκρεω) θα ήταν τέλεια ταιριαχτό.
Υ.Γ. (για να μην παρεξηγούμαι) Δεν είπα ποτέ ότι οι Θεσσαλονικείς είναι προοδευτικοί, συντηρητικοί ή κιτς ! Η συντριπτική πλειοψηφία αντικατοπτρίζεται στις επιλογές της όταν ψηφίζει
Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2006
Η εκδίκηση και η περί δικαίου αίσθηση
Γλυκαίνει η οργή σαν αναλάβει η εκδικητική μανία την υποκατάσταση της δικαιοσύνης. Ο κορεσμένος και παθητικά δεχόμενος μηνύματα νους συντάσσεται με την αυθόρμητη πρωτογενή αγανάκτηση της ψυχής και σαν αναβράζoν δισκίο σε μισογεμάτο ποτήρι φέρεται να λέει συνειδητά -εκφράζοντας το ασυνείδητο- «καλά τους έκαναν».
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ευφυΐα για να καταλάβει κάποιος ότι όλα τα εγκλήματα εκδίκησης γίνονται -με μια εγωιστική νοσηρότητα- για την ηθική ικανοποίηση και την «αποκατάσταση» μιας τιμής που βαφτίζεται ιερή. Αλίμονο όμως, αν η δικαιοσύνη αποδίδεται από συγγενείς, φίλους και συναδέλφους των θυμάτων, που λογικό είναι να αντιδρούν εν μέσω καταστάσεων ψυχικού κλονισμού και οδύνης. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία τέτοιες πρακτικές θα έπρεπε να είχαν αποβληθεί προ πολλού. Με ποια δεδομένα, στοιχεία, γνώσεις, αποδείξεις, ενδείξεις γίνεται κάποιος αυτοδικαίως τιμωρός; Παρόμοιες εκδικητικές λογικές, που υποστηρίζονται αυθαίρετα από κάποια άτομα στο όνομα μιας αυθόρμητης -ανθρώπινης μπορεί και ιδιοτελούς- δικαιοσύνης, που φέρεται να είναι πάντα υπέρ μιας ηθικής, μιας ιδέας, μιας επανάστασης, καταργούν περιφρονητικά όλους τους θεσμούς του κράτους.
Έγραψα κι άλλα παρόμοια επιχειρήματα ενάντια στην εκδικητική μανία που «αυτοκτονεί» τους θύτες, αλλά τελικά τα έσβησα... Σκέφθηκα ότι όλα όσα λέω είναι η μία πλευρά της αλήθειας, είναι όμως και κομμάτια από τον μανδύα που σκεπάζεται ο νομιμόφρων πολίτης. Γιατί, λογικά, είμαι ένας μικροαστός, εγκλωβισμένος μέσα στους θεσμούς, γνήσιο παθητικό τέκνο της tv, των εξετάσεων, σπουδών, συνεντεύξεων εργασίας, που κάθιδρο τρέμει στην απώλεια των «κεκτημένων». Στ' αλήθεια δεν ξέρω, αν αυτό που μας εμποδίζει να «εκδικηθούμε» είναι η αγάπη στον άνθρωπο ή ο φόβος από τις συνέπειες και τα δεινά που μετά θα υποστούμε.
Μάλλον είναι δύσκολο να στηθείς στην άλλη πλευρά για να πάρεις τα πράγματα στα χέρια σου, όταν μια ζωή εκπαιδεύεσαι σε αποστολές χρησιμοθηρίας. Το εγώ μας σπάνια συναντά την ελευθερία των αποφάσεων. Κρύβεται φοβισμένο σε κάποια θρησκεία, οικογένεια, φιλία, στον πρώτο τυχόντα έρωτα. Σε αυτήν την αυταπάτη όλων των εξωραϊσμένων πράξεων συμφέροντος, αυτό που κάνουμε οι περισσότεροι είναι να αντιδράμε με εξάρσεις φθηνού αντικομφορμισμού. Κάποιοι ορμώμενοι από το πάθος, που μόνο η εκδίκηση και ο έρωτας μπορεί να κρύβουν, διαβαίνουν τον ποταμό. Μήπως όμως τελικά αυτή η πρωτόγονη ροπή, είναι η αδόκιμη έκφραση του εγώ μας; Μήπως μέσα από το θυμό και τη μανία του πάθους ξεμυτίζει η μόνη ανόθευτη αλήθεια; Μπερδεύονται οι σκέψεις μου. Αδυνατώ να βγάλω ένα ασφαλές συμπέρασμα.
Υ.Γ. Τα δικαιώματα που έχει ο δολοφόνος -ο θύτης που έγινε θύμα- τα ελαφρυντικά, τα κίνητρα, η ψυχολογική κατάσταση αποσιωπήθηκαν, χωρίς να παραγνωρίζονται. Κατά κάποιο τρόπο είναι η άλλη μου πλευρά, η πρώτη. Ο σκοτεινός μου εαυτός, απέναντι στον άλλον της ημέρας.
Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2006
Θάνατος...
Η ερώτηση ήταν κατηγορηματική:«Αν σήμερα ήταν να πεθάνεις, πρέπει να μου πεις ποια θα ήταν η τελευταία σου επιθυμία;»Τυχαία μπήκα σ' ένα χώρο συνομιλιών του internet και από εκεί που γλαρωμένα έψαχνα για συνταγές αντι-ανίας, κόλλησα... Οι ηλικίες που έγραφαν και τα προσωπικά βιώματα χαρακτήριζαν τις απαντήσεις«-Θα ήθελα να κοιμηθώ με την κοπέλα μου αγκαλιά. Μόνο αυτό». «-Εγώ θα ήθελα να είχα αγκαλιά την σύντροφο μου, αλλά δεν έχω σύντροφο, οπότε δε 'πα να πεθάνω».«-Να μην γίνει αισθητή η απουσία μου σε κανέναν».
Ώρα πέντε το πρωί. Ένας ζηλιάρης άνεμος χορεύει με τις νιφάδες. Σκέφθηκα πως θα απαντούσα σ' αυτήν την ερώτηση... με τα δεδομένα ότι δεν είμαι ήρωας, ούτε άγιος ούτε τόσο αλτρουιστής, αντίθετα έχω απωθημένα, μανίες, δίψα, πόθους και την πεποίθηση ότι σιχαίνομαι τη μιζέρια και το μελόδραμα. Το δεδομένο είναι ότι όλοι θα πεθάνουμε. Ας τελειώσουμε, λοιπόν με ψηλά το κεφάλι αποχαιρετώντας τις φαντασιώσεις και τις προσδοκίες μας. Εν πρώτοις αυτό που σίγουρα θα ήθελα, είναι να χιονίζει -σαν σήμερα- για να βγω μια τελευταία βόλτα από τα κάστρα μέχρι την παραλία. Πριν σβήσουν τα ίχνη μου θα ζητούσα να δω τα νησιά μου, εκείνα που ναυαγός ακούμπησα και έβρεξα τα χείλη μου μα δεν ξεδίψασα μια και λαχταρούσα «...να πιω όλο το Βόσπορο». Με την αποφασιστικότητα της τελευταίας ώρας, πάνω στο λευκό χιόνι θα χαράξω τα σημάδια μου, λέξεις, φράσεις, ονόματα, ημερομηνίες, όσα κράτησα όλα αυτά τα χρόνια με την ελπίδα ότι αυτή η στιγμή κρατά μια αιωνιότητα και την ωραία πλάνη πως κάποιες εικόνες, κάποιοι ήχοι, παραμένουν πάντα μέσα μας.
Δεν θά θελα να είμαι πουθενά αλλού. Εδώ στη Θεσσαλονίκη που γεννήθηκα, από εδώ θα ήθελα να φύγω. Και σ' αυτή την τελευταία βόλτα να ψάξω και να βρώ αυτούς που χαθήκαμε και να συνθηκολογήσω. Πολλές ιστορίες έμειναν σαν ένας πίνακας μισοτελειωμένος. Θα αποδεχόμουνα όσα πέρασαν βάζοντας απέναντι μου τα πρόσωπα που πόθησα ποικιλοτρόπως, το κορμί τους, τις γνώσεις τους, την κίνηση, τα πάθη τους, αυτά που δεν αποκάλυψα ποτέ και σε κανένα ότι λαχταρώ. Προφανώς τη μούγκα που έδειξα τότε, την τελευταία ώρα, σήμερα θα την έκανα λογοδιάρροια. Δεν μπορεί να χάθηκαν όσα ένιωσα.
Ναι, το μόνο που μπορώ να σκεφθώ πάνω στην ερώτηση, είναι ότι στ' αλήθεια θα ήθελα να ξέρω τη νύχτα που θα πεθάνω, για να έχω προετοιμάσει τους δικούς μου, να πω ό,τι δεν είπα, να κρατήσω στην αγκαλιά μου τα αγαπημένα πρόσωπα και αντί για εξηγήσεις, αφού έτσι πρέπει να γίνει, να αφουγκραστώ το χάδι της ανάσας τους. Όταν φύγεις δεν υπάρχουν γιατί.... Θυμάμαι κάτι που διάβασα παλιότερα: «Η νιφάδα του χιονιού δεν πέφτει ποτέ σε λάθος σημείο».
Χιονίζει από χθες και η ατμόσφαιρα είναι παγερή σχεδόν διάφανη. Οι νύχτες που σαρώνουν τα φώτα της πόλης σκεπάζονται μ' ένα μεθυστικό λευκό και οι νιφάδες στους δρόμους που δεν παγώνουν γίνονται νερό. Χαράζει, κι αυτή είναι η ώρα που έχεις ανάγκη να αγκαλιάσεις έναν άφυλο Άγγελο με μακριά μαλλιά, έναν από αυτούς που θεσπέσιοι και ποθητοί λάμπουν στο φως που αντανακλά το χιόνι. Αυτοί κυκλοφορώντας ανάμεσα σε ανθρωπους λυσσασμένους για επιτυχία, ιχνηλατούν σιωπηλά το παρόν και το παρελθόν παρασύροντας τα προσφιλή τους πρόσωπα. «Έλα μαζί μου...» ψιθυρίζει μια φωνή. «Όλα έξω είναι μαγικά όμορφα, περιμένουν μόνο ένα άγγιγμα σου για να ζωντανέψουν».
Υ.Γ. Ξαναδιαβάζοντας αυτά που γράφω δεν μπορώ να συγκρατήσω έναν αυτοσαρκασμό... Η μέρα του θανάτου μου σαν διαφήμιση της coca cola είναι... Αυτό που με μπερδεύει τελικά, είναι αν εμείς κατευθυνόμαστε από τις διαφημίσεις ή αν αυτές είναι που αντιγράφουν τη ζωή.
Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2006
Αθήνα-Θεσσαλονίκη
Να σταματάς το χρόνο και να «γεύεσαι τη στιγμή», αυτό πρέπει... σκεφτόμουν με αγαλλίαση αγνοώντας την κρύα μέρα. Μέσα από τη θαλπωρή του τραίνου κοιτάζοντας το όμορφο τοπίο που απλωνόταν μπροστά μου, ξεδιπλωνόταν ένα χειροποίητο χαλί με εκατομμύρια κόμπους. Κάτι με πότιζε γλυκόπιοτο ποτό, σχεδόν διαλύοντας τα δύσκολα που δηλητηριάζουν την ψυχή... Μετά την πρώτη γουλιά έδειχνε να διευκολύνεται ο βηματισμός απομάκρυνσης. Με κάποιο μαγικό ξόρκι απολάμβανα μια λυτρωτική αίσθηση.
Και όμως, σχεδόν πριν από πέντε λεπτά στο μυαλό μου σφυροκοπούσε ένας ξέφρενος ρυθμός από μίζερες σκέψεις. Με είχανε «στριμώξει στη γωνία». Ένιωθα τα προβλήματα ενωμένα όλα μαζί σ' ένα βρόγχο-βδέλα να πνίγουν την ανάσα. Κάθε αναπνοή κι ένα ακόμη βάρος. Ένα παραλήρημα που έκοβε το οξυγόνο και μπουρδούκλωνε τις σκέψεις.
Τη μια στιγμή να θέλεις να βαράς το κεφάλι σου στον τοίχο και την άλλη να νεραϊδοσεργιανάς! ... Αυτό το πέρασμα, από τη μαυρίλα στην απόλαυση ενός ευδαιμονικού κρεσέντου ομορφιάς... να αγνοείς τις σκοτεινές απρόσκλητες σκέψεις (σημάδια ύπουλα) και να ξεκινάς να αποχρωματίζεις το μαύρο στα χρώματα ενός ουράνιου τόξου. Έρχονται φορές που αναρωτιέμαι τι είδους φρενοβλάβεια υποθάλπει αυτή η φυγή του μυαλού.
Αναπάντητα ερωτήματα, μα δεν ζητώ εξηγήσεις... Αδιαφορώ, δεν είμαι τόσο αφελής ώστε να μπλέξω σε φιλοσοφικές αναζητήσεις και παρόμοια τερτίπια. Μια τέτοια στιγμή που η διαδρομή ενός τραίνου με τα διαφεύγοντα τοπία κατάφερε να σταματήσει τις ανησυχίες και να μετατρέψει τη θλίψη σε μια μορφή χαράς, αν μη τι άλλο, είναι ιερή. Σχεδόν πρωτόγονα αφήνομαι να την απολαύσω. Την ανταμείβω μ' ένα χαμόγελο... αδιαφορώντας για τις εντυπώσεις που προκαλώ στους συνεπιβάτες.
Οι γλυκεύγευστες σκέψεις διακόπηκαν στη Λάρισα. Ένας ευγενικός μεσήλικας που επιβιβάστηκε ρώτησε αν μπορούσαν να καθίσουν δύο άτομα στο κουπέ που βρισκόμουν. Δύο του «καλού κόσμου» που θα ανοίξουν την εφημερίδα τους και θα μ' αφήσουν στην ησυχία μου, σκεφτόμουν με ανακούφιση. Ησύχασα περισσότερο όταν βεβαιώθηκα ότι ήταν ένα από τα κλασικά ζευγάρια που οι κουβέντες μεταξύ τους είναι αντιστρόφως ανάλογες με τα χρόνια που συμβιώνουνε - όσο περισσότερα, τόσο λιγότερες - βοήθησα κι εγώ σκύβοντας σ' ένα βιβλίο, προσπαθώντας να ξανασυνδεθώ με το υπερπέραν μου.
Στο αμέσως επόμενο πεντάλεπτο ο ελεγκτής (κι αυτός αδιάφορος για τις ονειροφυγές μου) άνοιξε διάπλατα την πόρτα ζητώντας τα εισιτήρια. «Είναι βέβαιο ότι η οικογένεια που κάθεται στο διπλανό κουπέ έχει εισιτήρια γι' αυτή τη θέση;» ήταν μια αναιδής ερώτηση -σεμνά διατυπωμένη- που βιάστηκε να ξεστομίσει ο «ευγενής» λαρισαίος συνεπιβάτης ... «Είναι γύφτοι....» συμπλήρωσε συνωμοτικά η συνοδός του.
«Δυστυχώς... (ειπώθηκε με πολύ θλίψη) δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε, πληρώσανε», αναφώνησε εν είδει συγγνώμης ο κατανοών βιοπαλαιστής... Και αυτή σηκώνοντας το βλέμμα από ένα gossip περιοδικό - από αυτά που καλλιεργούν το πνεύμα- αναφώνησε, «θα είναι οικογένεια του βασιλιά των τσιγγάνων, πώς αλλιώς να ταξιδέψουν στην πρώτη θέση οι γύφτοι...» (....)
Μετά τη στιχομυθία που παρακολούθησα αποπροσανατολίστηκα και, παρόλο που προσπάθησα, δεν κατάφερα να συναντήσω το σημείο που ταξίδευα, παρά μόνο αφέθηκα σε μια καλοπροαίρετη σκέψη για όσους φεύγουν με τον νου... Παιδιά, ας ευχηθούμε κάποτε να κάνουμε ένα ταξίδι με μόνο συνεπιβάτη ένα αγαπημένο πρόσωπο... κι όσο περνά η ώρα το ταξίδι να αγγίζει το κάλλιστον, τα χείλη, οι σκέψεις, τα βλέμματα, να μπλέκονται, κορμιά σε ερωτικές αναζητήσεις, ξετυλίγοντας τα συναισθήματα που μας περιτυλίγουν και ουχί εξηγώντας ή ρωτώντας. Μια παρόρμηση που γεννήθηκε μια στιγμή που η ψυχή ανάσανε.
Υ.Γ. Όλοι (οι Έλληνες) είμαστε μη ρατσιστές έχοντας στο μυαλό μας ότι ρατσιστής είναι μόνο όποιος οδηγεί στην πυρά τους μαύρους. Άπαντες δε διασκεδάζουμε με τις ατάκες του τηλεοπτικού γύφτου-Λαζόπουλου που σατιρίζει «τους άλλους». Αναγκαία συνθήκη για να αντιληφθούμε ποιους αφορά η σάτιρα, είναι να μας απευθυνθεί με ονοματεπώνυμο. «Μα τι Νταλάρας είσαι...».
Παρασκευή, 09 Δεκεμβρίου 2005
Μια χιλιοπαιγμένη ιστορία
μουρμούριζα καθώς κατέβαινα την Καρόλου Ντηλ θολωμένος από οργή. Ο κρύος αέρας δρούσε ευεργετικά για το ξέσπασμά μου. Πριν λίγα λεπτά, ατυχώς και άθελα μου, βρέθηκα ανάμεσα σε ανθρώπους του «χώρου», δημοσιογράφους και πολιτιστικά φωνασκούντες, από το σινάφι των εντύπων. Αυτοί που περιφέρονται μ' ένα ποτό και μπλαζέ στιλ, χτίζουν ίματζ και πουλάνε μούρη.
Ήταν η μέρα που στα χέρια μου κρατούσα τα καινούρια τεύχη του CITY210, του περιοδικού που ξεκινήσαμε στην Αθήνα. Δεν είμαι τόσο αφελής, ώστε να περιμένω αυθόρμητα κάποιος δημοσιογράφος ή κάποιος από περιοδικό γενικώς ή άλλο μέσο μαζικής επικοινωνίας να μας ευχηθεί καλή επιτυχία, καλή δύναμη ή ό,τι άλλο λένε. Ήμουν όμως, σχεδόν σίγουρος ότι τουλάχιστον αντί της μικρότητας των συναισθημάτων θα υπερισχύσει η επίφαση του πολιτισμού, μεταφραζόμενη σε μια στοιχειώδη ευγένεια...Στη γέννηση του παιδιού σου, τι σόι άνθρωπος πρέπει να είναι κάποιος για να περιφρονήσει τη χαρά σου; Όταν ανοίξεις την πόρτα του σπιτιού σου και καλέσεις τον γείτονα, πόσο λίγος μπορεί να είναι για να σου τονίσει πόσα άλλα θαυμάσια και υπέροχα σπίτια γνωρίζει; Και όταν κάποιος παίρνει στα χέρια το αποτέλεσμα του μόχθου σου και τον δεις να κιτρινίζει και επιδεικτικά να το αφήνει στην άκρη χωρίς να ανοίξει καν την πρώτη σελίδα, τότε αυτός πώς ονομάζεται;
Κλειστά στόματα, κλειστά μάτια και αυτιά, αυτά των «παιδιών της Θεσσαλονίκης» μπροστά στο ξεκίνημά μας. Ίσως όμως είναι προς τιμήν μας. Κι ας είναι η πρώτη φορά που ένα έντυπο της γενέθλιας πόλης μας ανοίγει τα φτερά του, καλώς ή κακώς, έξω από τα όριά της. Την ώρα που η Θεσσαλονίκη δέχεται την εισβολή του νότου, μια προσπάθεια μετοίκισης ξεκινάει, όχι σε μια άλλη τυχαία ή υποδεέστερη πόλη αλλά στην... πρωτεύουσα. Χαιρόμαστε, και μια χαρά όταν τη μοιράζεσαι είναι διπλή χαρά. Αντ' αυτού, όμως, βλέννες και σιωπηλή αναμονή για το πότε θα γίνει το στραβοπάτημα. Χαιρέκακα, ακρωτηριασμένα από τους νευρώνες ανθρωπάκια προσμένουν το πρώτο στραβοπάτημα για να πουν πόσο λυπούνται. Μόνο που η στάση αυτή τους αδικεί εν τέλει.
Σαν αμούστακο παιδί θλίβομαι που δεν αντιμετωπίζεται με χαρά η προσπάθεια για ένα βήμα μπρος, για ένα βήμα παραπάνω.Προσπαθώ να ξεκαθαρίσω τι είναι αυτό που με πλακώνει. Η πληγωμένη ματαιοδοξία που μου βγάζει περιπαιχτικά τη γλώσσα ή περισσότερο με εκνευρίζει η έλλειψη τακτ; Για να διευθετήσω τις σκέψεις μου, γωνία με Καλαποθάκη σταμάτησα σ' ένα συμπαθητικό καφέ να κεράσω στον εαυτό μου λίγες γουλιές.
Η ζωή είναι αλλού, κατά τον Κούντερα, όμως η ζωή γελούσε μπροστά στα μάτια μου. Στον γωνιακό καναπέ, δυο φιγούρες προοδευτικά και ανεπαίσθητα τράβηξαν τη προσοχή μου. Δύο ενήλικες που διακριτικά συναντήθηκαν σε μια γωνιά μαγαζιού. Στις κινήσεις τους παρατηρούσες την καθολίκευση της επιθυμίας. Σίγουρα οι θωπείες τους δεν έγιναν ακόμη ερωτική επαφή, η αμηχανία που έδειχναν τα άκρα βράβευε τον πλατωνισμό. Με συναισθήματα ανάμικτα σκεφτόμουν ότι αυτοί δεν προλάβανε να φθαρούνε, οι ματιές δεν μετάνιωσαν. Απαλά τα δάχτυλα του άγγιξαν τα μαλλιά της και τα χείλη τους έβαλαν ρότα το φιλί. Το φιλί του πάθους μετατράπηκε σε ενός λεπτού άγγιγμα πλάι στο στόμα. Οσμίζεσαι παντού μέσα στο καφέ την άνομη σχέση. Θεμιτή η ακολασία, σκέφτομαι, αν ο λόγος έχει βάση μια κλωστή που ενώνει χείλη με καρδιά.
Εκτεθειμένοι στα ξένα βλέμματα, εντούτοις ένιωθαν προφυλαγμένοι στη μακαριότητα ενός βουβού πάθους. Ολοφάνερα τα δυο σώματα διεκδικούσαν παράφορα το ένωμα και τους στεναγμούς. Το τάνυσμα του πόθου. Από «Μυστηριώδη έλξιν και αόριστον ψυχικήν συνάφεια», κατά Παπαδιαμάντη.Ξαφνικά, ένιωσα ευγνώμων απέναντι σε αυτό το ζευγάρι. Όσο παράξενο και να φαίνεται, αυτή η χιλιοπαιγμένη ιστορία, αυτή η απογείωση και ο ερωτισμός της φαντασίωσης, σχεδόν με συνέφερε και ενοχλήθηκα που επέτρεψα στον εαυτό μου να οργιστεί από μια νοσηρή στάση ζωής.
Πάντα κάποιοι θα αγοράζουν όμορφα σπίτια, γρήγορα αυτοκίνητα, θα κάνουν έρωτα, θα ταξιδεύουν, θα έχουν κάτι παραπάνω. Κάποιοι μοιράζονται τη χαρά τους, πού είναι το μεμπτό; Απλά στο ότι θα είναι οι άλλοι κι όχι εμείς. Στο χέρι το δικό μας είναι αν θα συμμετέχουμε στη χαρά τους ή αν με το υποσυνείδητο οργωμένο από τη στέρηση, μνησίκακα θα καταπίνουμε το δηλητήριό μας (μέχρι να το εκτοξεύσουμε) (εκτός και αν προλάβει να μας πνίξει). Το ανάστημα, η καταγωγή και ο πολιτισμός μας, υφαίνουν τη στάση που θα κρατήσουμε. Ψόγος άλλος ουδείς.
Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2005
Έξω από το Γεντί Κουλέ...
Αν και η καθημερινή μου διαδρομή ξεκινάει από εκείνη την περιοχή, σχεδόν ποτέ δεν χρονοτριβώ να το «κοιτάξω», όπως κάθε οικεία εικόνα. Έπρεπε να κοκκινίσει το φανάρι που οδηγεί στον περιφερειακό για να σταματήσω πίσω από ένα φορτηγό και ν' αναγκαστώ, αφηρημένα στην αρχή, να κολλήσω σ' εκείνο το σημείο.
Σ' ένα μισογκρεμισμένο κομμάτι του κάστρου, σχεδόν τρία μέτρα ύψος, και καμιά δεκαριά μέτρα κοντά σε 'μένα, εκεί που θα περίμενες προσωρινά να έκανε στάση κάποιο σπουργίτι, το πρωινό φως σημάδευε μια γεροδεμένη και ελαφρά σκυφτή πλάτη. Ένας άντρας, καθισμένος πάνω στο τείχος, με τη ράχη στραμμένη στο δρόμο και το βλέμμα καρφωμένο στις πρώην φυλακές, σήκωνε το αριστερό χέρι για να καπνίσει ένα τσιγάρο.
Το σενάριο που «έβγαινε» ως αυτονόητο έλεγε ότι ήταν ένας πρώην κρατούμενος. Παντού υπήρχε η όσμωση της παλιάς φυλακής. Αντίδραση στη δράση των αναμνήσεων. Κραδασμοί μιας αδράνειας πίσω από ό,τι έγινε, μέσα σε ό,τι πέρασε αλλά δεν έσβησε και που μεταβιβάστηκε μέσα στην ήμερη στάση του, στον τρόπο που έσκυβε, στην παγερή ακινησία του κορμιού του.
Κόλλησα... Τον παρατηρώ, μέρος του κάδρου κι εγώ. Μπροστά στο μάτια μου μια χαλκέντερη μορφή πεισματικά κοιτάζει τις μέρες που έζησε. Νιώθω να γυρίζει πίσω στρέφοντας ταυτοχρόνως την πλάτη στον παρόντα χρόνο. Μια έντονη συμπάθεια ασυναίσθητα κατευθύνεται προς αυτόν τον άγνωστο. Προσπαθώ να τιθασέψω όσα λάθρα τρύπωσαν μες στην ψυχή μου.
Ίσως είναι ένας ακόμη παραστρατημένος, παρασυρμένος, μπορεί κι ένας στυγερός δολοφόνος. Δεν με συγκινούν όμως αυτές οι διολισθήσεις του νου. Για κάποιους λόγους που δεν δύναμαι να γνωρίζω και πολύ περισσότερο να κρίνω, πέρασε κάποιους μήνες, μπορεί και χρόνια σε κάποιο κελί. Αποκλεισμένος από τους έξω, όσο ήταν μέσα, είχε χρόνο ατέλειωτο να παρατηρεί και να διασταυρώνει τους συλλογισμούς του. Έχω την εντύπωση ότι αυτό κι όχι ο εγκλεισμός ήταν το δικό του δράμα. Τα κορμιά φυλακίζονται, τα συναισθήματα δεν μπορούν να τα περιορίσουν οι κλειστές πόρτες και τα σίδερα.
Σήμερα επέστρεψε και είναι ένας άνθρωπος όπως όλοι εμείς, δηλαδή ψεύτης, βλάσφημος, λίγο δειλός, παρορμητικός, με μικρές αμαρτίες και μεγάλες παραβάσεις. Ικανός να δώσει και να πάρει τόση αγάπη όση αναλογεί στον καθένα μας.
Ο πρώην κρατούμενος επέστρεψε. Δεν άφησε σε κάποιο κελί τις μέρες και τις νύχτες που έζησε, γύρισε να δει, να αφουγκραστεί, να δοκιμάσει να βάλει κάτω τις αντοχές του, να παλέψει με την ψυχή και τους φόβους του. Για να θυμάται; Για να διαγράψει; Δεν ξέρω. Εμένα μου άρεσε που δεν ξέχασε. Ίσως και που έμαθε να στέκεται, να παρατηρεί και να σκέφτεται. Κι αυτό κανείς δεν μπορεί να το κλέψει, να το περιορίσει. Κανένα τοίχος και καμία φυλακή δεν φυλακίζει τη σκέψη.
Ενδόμυχα, τρομάζω στη σκέψη με πόση ευκολία παρασύρομαι από μια σχεδόν «ρομαντική» δυνατή και έντονη εικόνα με αναμοχλεύσεις συναισθημάτων και αναμνήσεων. Η προσωπική αλήθεια του καθενός εκτείνεται πολύ πέρα από τα όριά μου για να μπορέσω να την απορρίψω ή να την ενστερνιστώ.
Στέκομαι σχεδόν είκοσι λεπτά και τον παρατηρώ. Βυθισμένος στις σκέψεις του. Είναι ένας σαν και 'μας, δεν θα τον ξεχώριζα αν τον έβλεπα στη διπλανή παρέα. Μόνο που μοιάζει έτοιμος να πετάξει. Σκέφτομαι ότι ίσως οι πιο ελεύθεροι άνθρωποι να γεννιούνται μέσα σε κάποια φυλακή. Ένας από αυτούς μπορεί να είναι ο άντρας του Γεντί Κουλέ. Ένας από αυτούς που έμαθαν και καταφέρνουν καθημερινά να δραπετεύουν από τα τείχη τους.
Παρασκευή, 07 Οκτωβρίου 2005
Καλλιτέχνα μου, μήπως είστε ψώνιο;
«Το μικρόφωνο γίνεται βαρύ. Πίσω από την οχλοβοή και την ορχήστρα ακούς μόνο τη φωνή σου και εντοπίζεις τα μικρά φάλτσα. Προσπαθείς να εφαρμόσεις όσα έμαθες στα μαθήματα τόσα χρόνια, ενώ κάποιος 60άρης σου πετάει λουλούδια και δεν ξεκολλάει τα μάτια του από τα πόδια σου». (ΜΚ)
«Θυμάμαι τα πρώτα Χριστούγεννα που έκανα στο μαγαζί, ήταν το μόνο μέρος όπου θα ήθελα να με βρει ο νέος χρόνος. Από τη μια ο κόσμος σαν μια τεράστια αγκαλιά, από την άλλη σκεφτόμουν τον πατέρα μου να κόβει τη βασιλόπιτα και να χωρίζει το κομμάτι μου, χωρίς να είμαι εκεί. Αλλοπρόσαλλο συναίσθημα». (ΣΤ)
Παρακολουθώντας τις εκπομπές για το Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης εστίασα στους ερμηνευτές που φεγγαριάζονταν να πρωταγωνιστήσουν. Πειθαρχημένοι στο ρόλο τους, ξέχειλοι από αγωνία, έπλεκαν το εγκώμιο των διοργανωτών μιλώντας για τη μεγάλη ευκαιρία που τους δίνεται. Τα ίδια ακριβώς που έλεγαν παλιότερα και τα παιδάρια στο fame story. Ουδείς ψόγος. Άπαντες στοχεύοντας τον ίδιο σκοπό: Αναγνώριση - συμβόλαια - επιτυχία. Οι ποιοτικές διαφορές ανάμεσα στις διοργανώσεις αφορούν τους ειδικούς από το σινάφι. Οι συμμετέχοντες ψάχνουν για μια καλή συμφωνία με το διάβολο (στην περίπτωσή τους, Εταιρεία).
«Πέρασα όλη την εφηβεία μου μπροστά σ' έναν καθρέφτη. Ασχημόπαπο τότε, κοίταζα το είδωλό μου κι έλεγα στον εαυτό μου "Είσαι μια Θεά, είσαι μια Θεά". Αυτό μου έδωσε την αυτοπεποίθηση χάρη στην οποία έκανα όσα έκανα στη ζωή μου και στο τραγούδι». (ΒΚ)
Πώς να την κατηγορήσεις που στην εφηβεία της ξέκλεβε χρόνο για να μάθει τα τραγούδια και χόρευε μπροστά στον καθρέφτη για να βλέπει τα λάθη της και να τα διορθώνει; Αφού αυτή ακριβώς η στάση την οδήγησε στο όνειρο που έφτιαξε. Αν δεν έχεις ζήσει τη ζωή τους, πώς μπορείς να καταλάβεις τι θυσίες και κόπους χρειάστηκε να κάνουν για να μπορούν να βρίσκονται εκεί που είναι σήμερα;
Τι είναι τελικά αυτό που τους σπρώχνει; Τι τους κάνει να μη φοβούνται να εκθέσουν τον εαυτό τους αλλά αντίθετα ανυπομονούν να έρθει η στιγμή που θα έρθουν «αντιμέτωποι» με το κοινό; Είναι η κενότητα που οχυρώνει κάποιον ή η σιγουριά του ορκισμένου στρατιώτη να νικήσει; Η λάβα της δημιουργίας είναι που τους καίει ή το κάψιμο προέρχεται από τα φώτα, τη δόξα, τη φήμη, το χρήμα;
Βλέποντας φίλια πρόσωπα, διαβάζοντας συνεντεύξεις και παρακολουθώντας πορείες έχω μία και μοναδική απάντηση: Πρέπει να είσαι ψωνισμένος για να προχωρήσεις! Με τη φωνή σου, με τη μουσική που γράφεις, με την πάρτη σου. Να γουστάρεις, να σε γουστάρουν, γι' αυτό που κάνεις. Είτε είναι οι νότες σου είτε ο τρόπος που σέρνεις τα σύμφωνα και μπορείς να κάνεις το κοινό να ονειρεύεται. Να σε φτιάχνει το να σε βλέπουν πολλά μάτια ή να σε ακούν και να ασχολούνται μαζί σου. Κοινώς, να είσαι «ψώνιο». Αλλιώς μπορείς να καλλιτεχνίζεις μονήρης.
Καλλιτέχνης είναι όποιος αντέχει να βουτά από ψηλά. Τι χωρίζει άλλωστε την πτήση από την πτώση; Ένα φωνήεν μόνο. Οι λογικοί, οι μετρημένοι, οπισθοδρομούν ενώπιον του κινδύνου. Δεν οικοδομούν παλάτια στην άμμο. Μόνο κάποιος σαλεμένος, αλαφροΐσκιωτος από ημιμάθεια ή βαθιά γνώση επιχειρεί να τριποδίσει στο κενό για να βρει πέρασμα για τη νήσο των σειρήνων. Πετυχαίνει όποιος το θέλει πιο πολύ.
Από τη στιγμή όμως που δημοσιοποιείς αυτή την «απόπειρά σου» ενώπιον τρίτων, είτε προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού είτε προς προβληματισμό, περνάς τον Ρουβίκωνα όπως όλοι αυτοί που, νιώθοντας